Η τετραετής έρευνα του ΕΜΠ καταγράφει συνεχιζόμενη επιβάρυνση — Η υπόθεση απόρριψης αποβλήτων μέσω πρατηρίου αναδεικνύει τη διαδρομή μέχρι τη θάλασσα.
Η ρύπανση του Κηφισού δεν περιορίζεται σε όσα αποκαλύπτονται όταν ένα βυτιοφόρο εντοπίζεται να αδειάζει απόβλητα. Τα ευρήματα ερευνητικού προγράμματος του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου, όπως παρουσιάζονται στο δημοσίευμα της «Καθημερινής», συνθέτουν εικόνα διαχρονικής επιβάρυνσης του ποταμού και του υπόγειου υδροφορέα, με ενδείξεις ότι νέες εισροές λυμάτων συνεχίζονται.
Το κρίσιμο στοιχείο είναι η διάκριση ανάμεσα στο παλιό αποτύπωμα της ρύπανσης και στις πρόσφατες απορρίψεις ή διαρροές. Ορισμένοι βιομηχανικοί ρύποι μπορούν να παραμένουν στα υπόγεια νερά για μεγάλο διάστημα. Αντίθετα, τα μικροβιακά φορτία που συνδέονται με οικιακά λύματα παραπέμπουν, σύμφωνα με τους ερευνητές, σε πρόσφατη επιβάρυνση.
Το Εργαστήριο Τεχνικής Γεωλογίας και Υδρογεωλογίας του ΕΜΠ μελετά τον Κηφισό από το 2016, έχοντας εγκαταστήσει πέντε σταθμούς παρακολούθησης της στάθμης. Την περίοδο 2022–2026 υλοποίησε, σε συνεργασία με την ΕΥΔΑΠ και με ευρωπαϊκή χρηματοδότηση, πρόγραμμα ποσοτικής και ποιοτικής παρακολούθησης του ποταμού και των υπόγειων νερών σε πραγματικό χρόνο.
Στα ευρήματα περιλαμβάνονται αζωτούχες ενώσεις, οι οποίες συνδέονται κυρίως με αστικά λύματα, καθώς και PFAS, βαρέα μέταλλα, φαρμακευτικές ενώσεις και οργανικοί διαλύτες. Όπως εξηγεί ο καθηγητής Ανδρέας Καλλιώρας, οι εισροές μπορεί να προέρχονται τόσο από σκόπιμη διάθεση αποβλήτων όσο και από διαρροές.
Οι μετρήσεις της παροχής κατά τις βροχοπτώσεις καταδεικνύουν επίσης πρόσθετες εισροές νερού. Αυτές μπορεί να συνδέονται με αγωγούς ομβρίων από άλλες περιοχές ή με παράνομες απορρίψεις. Η αυξημένη ποσότητα νερού, επομένως, δεν αρκεί από μόνη της για να αποδώσει κάθε εισροή σε παράνομη δραστηριότητα.
Αντίστοιχα, η παρουσία ορισμένων ουσιών απαντά και σε άλλα ευρωπαϊκά αστικά περιβάλλοντα, όπως επισημαίνει ο ερευνητής. Η παρατήρηση αυτή δεν αναιρεί το πρόβλημα, αλλά επιβάλλει προσοχή στην ερμηνεία των μετρήσεων και στην απόδοση συγκεκριμένων ευθυνών.
Στο μεταξύ, η υπόθεση απόρριψης βιομηχανικών αποβλήτων μέσω φρεατίου σε πρατήριο καυσίμων δείχνει πώς η ρύπανση μπορεί να μεταφέρεται από ένα σημείο της πόλης μέχρι το παραλιακό μέτωπο. Σύμφωνα με τα στοιχεία που περιγράφονται στο δημοσίευμα, εξετάζονται τουλάχιστον τέσσερις επιπλέον απορρίψεις μέσα σε είκοσι ημέρες.
Κλιμάκιο της ΕΥΔΑΠ χρησιμοποίησε ειδική κάμερα και χρωματισμένο υγρό για να ελέγξει τη διαδρομή. Διαπιστώθηκε σύνδεση με το δίκτυο ομβρίων, μέσω του οποίου τα απόβλητα κατευθύνονταν στον Κηφισό και στη συνέχεια στη θάλασσα. Για την υπόθεση σχηματίστηκε δικογραφία σε βάρος τεσσάρων ατόμων, με τις επιμέρους ευθύνες να βρίσκονται υπό διερεύνηση.
Ο σπηλαιολόγος Δημήτρης Θεοδοσόπουλος, από την ομάδα «Γεωμυθική», αξιολογεί θετικά την παρακολούθηση και την επ’ αυτοφώρω επέμβαση στη συγκεκριμένη περίπτωση. Παράλληλα, καταγγέλλει καθυστερήσεις στην ανταπόκριση των υπηρεσιών σε άλλα περιστατικά, υποστηρίζοντας ότι όταν ο έλεγχος πραγματοποιείται ημέρες αργότερα, η απόρριψη έχει ήδη ολοκληρωθεί.
Ο ίδιος αναφέρεται σε καταγγελίες για το ανοιχτό τμήμα του Κηφισού, τον Κοκκιναρά, τον Ποδονίφτη και τον Ιλισό, καθώς και σε υπερχειλίσεις στην Πικροδάφνη. Ασκεί επίσης κριτική στον συντονισμό ΕΥΔΑΠ και Περιφέρειας. Οι αναφορές αυτές αποτελούν δικές του καταγγελίες και απαιτούν συγκεκριμένες απαντήσεις από τους εμπλεκόμενους φορείς.
Η υπόθεση αναδεικνύει την ανάγκη να συνδεθεί η επιστημονική παρακολούθηση με έγκαιρους ελέγχους στα σημεία εισροής. Το ουσιαστικό ερώτημα είναι αν ο εντοπισμός μιας παράνομης απόρριψης θα οδηγήσει σε σταθερό μηχανισμό πρόληψης και διακοπής της ρύπανσης, με σαφείς αρμοδιότητες και μετρήσιμα αποτελέσματα για το ποτάμι.

