Ο νοροϊός έχει εντοπιστεί σε δείγματα ασθενών, ενώ οι μέχρι τώρα έλεγχοι δεν τεκμηριώνουν σύνδεση με το δίκτυο ύδρευσης. Σημαντική η πίεση στο νοσοκομείο του νησιού.
Σχεδόν 1.800 περιστατικά γαστρεντερίτιδας από τα μέσα Ιουλίου καταγράφει στη Ρόδο ρεπορτάζ της «Καθημερινής», με περισσότερους από 1.400 ασθενείς να έχουν αναζητήσει νοσοκομειακή φροντίδα από τις 10 Αυγούστου. Οι αριθμοί αποτυπώνουν μια σημαντική έξαρση, χωρίς να περιλαμβάνουν όσους απευθύνθηκαν αποκλειστικά σε ιδιώτες γιατρούς ή ανάρρωσαν στο σπίτι.
Σύμφωνα με τον Στέλιο Καραταπάνη, πρόεδρο της Επιτροπής Λοιμώξεων και διευθυντή της Α΄ Παθολογικής Κλινικής του Νοσοκομείου Ρόδου, οι εργαστηριακές εξετάσεις σε δείγματα ασθενών επιβεβαίωσαν την παρουσία νοροϊού. Τον Αύγουστο, όπως ανέφερε στην εφημερίδα, το νοσοκομείο αντιμετώπιζε περίπου 40 περιστατικά ημερησίως, με τις γαστρεντερίτιδες να αντιστοιχούν περίπου στο ένα τρίτο των προσελεύσεων.
Οι γιατροί περιγράφουν μια τοπική επιδημία, με ενδείξεις σταδιακής υποχώρησης κατά το διάστημα στο οποίο αναφέρεται το δημοσίευμα. Η μείωση, ωστόσο, δεν αναιρεί την ανάγκη να αποσαφηνιστούν οι συνθήκες που επέτρεψαν τόσο μεγάλη εξάπλωση.
Στο πλαίσιο της διερεύνησης ελέγχθηκαν σημεία του δικτύου ύδρευσης κοντά σε περιοχές με συγκέντρωση περιστατικών. Όπως αναφέρεται στο ρεπορτάζ, τα δείγματα ήταν αρνητικά για νοροϊό. Παράλληλα, τα μη κανονικά δείγματα από μονάδες βιολογικού καθαρισμού δεν τεκμηριώνουν από μόνα τους σύνδεση με τις λοιμώξεις.
Με αυτά τα δεδομένα, δεν προκύπτει αποδεδειγμένη ενοχοποίηση του δικτύου ύδρευσης. Το συμπέρασμα αφορά τα αποτελέσματα των συγκεκριμένων ελέγχων και δεν αποτελεί πλήρη εξήγηση της έξαρσης.
Ο Ιωάννης Κατσογριδάκης, β΄ αντιπρόεδρος της Ελληνικής Γαστρεντερολογικής Εταιρείας, αποδίδει την έκταση του προβλήματος στην υψηλή μεταδοτικότητα του ιού και στην ανεπαρκή ενημέρωση του κοινού. Από την πλευρά του, ο Ιωάννης Μυροφόρου, β΄ αντιπρόεδρος του Ιατρικού Συλλόγου Ρόδου, επισημαίνει ότι ο αριθμός των περιστατικών είναι ασυνήθιστα μεγάλος για το νησί και ζητεί διερεύνηση των αιτίων της διασποράς.
Η αναγνώριση του νοροϊού εξηγεί τον λοιμογόνο παράγοντα που εντοπίστηκε στους ασθενείς. Η διαδρομή της μετάδοσης είναι διαφορετικό ερώτημα. Σύμφωνα με τον ΕΟΔΥ και το CDC, ο ιός αποβάλλεται με τα κόπρανα και τα εμέσματα και μπορεί να μεταφερθεί μέσω μολυσμένων χεριών, τροφίμων, νερού και επιφανειών. Σταγονίδια που παράγονται κατά τον εμετό μπορούν επίσης να διασπείρουν τον ιό. Γι’ αυτό η περιγραφή της μετάδοσης μόνο ως επαφής με το σάλιο δεν αποδίδει επαρκώς τον μηχανισμό διασποράς.
Η πρόληψη απαιτεί σχολαστικό πλύσιμο των χεριών με σαπούνι και νερό, ασφαλή χειρισμό τροφίμων και κατάλληλη απολύμανση των μολυσμένων επιφανειών. Το αλκοολούχο αντισηπτικό δεν υποκαθιστά το πλύσιμο. Όσοι νοσούν πρέπει να αποφεύγουν την προετοιμασία φαγητού για άλλους κατά τη διάρκεια των συμπτωμάτων και για τουλάχιστον 48 ώρες μετά την υποχώρησή τους, σύμφωνα με τις οδηγίες του CDC.
Οι περισσότεροι ασθενείς αναρρώνουν μέσα σε μία έως τρεις ημέρες, αλλά η αφυδάτωση μπορεί να γίνει σοβαρή, ιδιαίτερα σε μικρά παιδιά, ηλικιωμένους και ανθρώπους με άλλα προβλήματα υγείας. Μειωμένη ούρηση, ξηροστομία και έντονη ζάλη είναι σημεία που χρειάζονται προσοχή και ιατρική αξιολόγηση.
Για τη Ρόδο, η ουσιαστική απάντηση βρίσκεται στη συστηματική παρακολούθηση των περιστατικών, στην ενημέρωση των κατοίκων και των επισκεπτών και στη σαφή παρουσίαση των ευρημάτων της έρευνας. Η προστασία της δημόσιας υγείας απαιτεί συγκεκριμένα δεδομένα και οδηγίες που μπορούν να εφαρμοστούν στην καθημερινότητα.

