Η Κατερίνα Κουλούρη περιγράφει πώς εγκατέλειψε την ογκολογική αγωγή και βρέθηκε αντιμέτωπη με επιδείνωση της νόσου. Η πρωτόδικη καταδίκη και τα ερωτήματα για την προστασία των ασθενών.
Για την Κατερίνα Κουλούρη, η υπόθεση του ανθρώπου που παρουσιαζόταν ως «δρ Κόντος» αποτυπώνεται σε έξι χαμένους μήνες, στην εξέλιξη του καρκίνου και σε μια πολύ βαρύτερη θεραπευτική διαδρομή. Η μαρτυρία της στην «Καθημερινή» επαναφέρει στο προσκήνιο το ανθρώπινο κόστος της εξαπάτησης ασθενών που αναζητούν ελπίδα σε μια από τις δυσκολότερες στιγμές της ζωής τους.
Τον Μάρτιο του 2017 διαγνώστηκε με καρκίνο του μαστού. Έχοντας ήδη χάσει τη μητέρα της από την ίδια ασθένεια, βρέθηκε αντιμέτωπη με έναν γνώριμο φόβο. Όπως περιγράφει, αντί να ακολουθήσει το σχήμα χημειοθεραπείας που είχε προτείνει ο ογκολόγος της, εμπιστεύθηκε τον υποτιθέμενο γιατρό, ο οποίος δεν διέθετε πτυχίο Ιατρικής.
Ακολούθησαν έξι μήνες κατά τους οποίους, σύμφωνα με τη μαρτυρία της, τη θέση της ενδεδειγμένης αγωγής πήραν οι οδηγίες του για «αποτοξίνωση» και κατανάλωση χυμών από φρούτα και λαχανικά. Η ίδια αναφέρει ότι την απέτρεπε από τις ιατρικές εξετάσεις και αντιμετώπιζε με επιπλήξεις τις αμφιβολίες της, επιστρατεύοντας συχνά αναφορές στον Θεό και στη θρησκευτική πίστη.
Όταν επέστρεψε στην ογκολογική φροντίδα, ο καρκίνος είχε φτάσει στο τρίτο στάδιο, όπως αφηγείται. Οι πέντε χημειοθεραπείες που αρχικά της είχαν προταθεί έγιναν τελικά 17, ενώ χρειάστηκε να υποβληθεί και σε 25 ακτινοβολίες. Έκτοτε συνεχίζει να παρακολουθείται με τακτικούς ελέγχους.
Στο ίδιο ρεπορτάζ καταγράφονται μαρτυρίες συγγενών θυμάτων για ενέσεις που ο «δρ Κόντος» παρουσίαζε ως αντικαρκινικές και ισχυριζόταν ότι προέρχονταν από το Βατικανό. Πρόκειται για ισχυρισμούς που του αποδίδονται, χωρίς αυτό να τεκμηριώνει ούτε την προέλευση ούτε θεραπευτική αποτελεσματικότητα των σκευασμάτων.
Η σύλληψή του το 2020, έπειτα από καταγγελίες οικογενειών για τους θανάτους δύο ανηλίκων και ενός ηλικιωμένου, αποτέλεσε το σημείο στο οποίο και άλλοι ασθενείς αναγνώρισαν τη δική τους ιστορία. Ανάμεσά τους ήταν η Κατερίνα Κουλούρη, η οποία απευθύνθηκε στις Αρχές.
Τον Νοέμβριο του 2022 το πρωτοβάθμιο δικαστήριο τον έκρινε ένοχο για επτά ανθρωποκτονίες και έξι απόπειρες, καθώς και για άλλα αδικήματα. Του επιβλήθηκαν συνολικά οκτώ φορές ισόβια και 50 χρόνια κάθειρξης. Στην ίδια δίκη αθωώθηκαν και οι 16 συγκατηγορούμενοί του.
Ο ίδιος, κατά την απολογία του, είχε υποστηρίξει ότι ήταν αυτοδίδακτος βοτανολόγος και αρνήθηκε πως ζητούσε από ασθενείς να διακόψουν τις χημειοθεραπείες. Αντίθετη εικόνα περιέγραψαν μάρτυρες κατηγορίας, ενώ οι πραγματογνωμοσύνες που αναφέρονται στο δημοσίευμα ανέδειξαν τους σοβαρούς κινδύνους από την εγκατάλειψη της ενδεδειγμένης θεραπείας και παρακολούθησης.
Σύμφωνα με την «Καθημερινή», μετά την άσκηση έφεσης η δίκη άρχισε σε δεύτερο βαθμό τον Ιούνιο του 2026 και, ύστερα από αναβολές και διακοπή, αναμένεται να συνεχιστεί τον Νοέμβριο στο Μεικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών.
Η αθώωση των συγκατηγορουμένων παραμένει σαφές δικαστικό δεδομένο. Η απορία που εκφράζει η Κουλούρη αφορά το πώς ένας άνθρωπος χωρίς ιατρικό πτυχίο μπορούσε να γίνεται αποδεκτός σε χώρους που, στα μάτια των ασθενών, ενίσχυαν την αξιοπιστία του. Το ερώτημα αυτό αφορά την επάρκεια της επαλήθευσης προσόντων και των ελέγχων, χωρίς να αναιρεί την αθωωτική κρίση.
Το δημοσίευμα υπενθυμίζει και παλαιότερη υπόθεση: το 2014 ο Άρειος Πάγος επικύρωσε καταδίκη γιατρού για εξαπάτηση καρκινοπαθούς. Σύμφωνα με την περιγραφή της απόφασης, η γυναίκα είχε πειστεί να αποφύγει το χειρουργείο και να ακολουθήσει πρακτικές που παρουσιάζονταν ως «ολιστική ιατρική». Η νόσος εξελίχθηκε και η ίδια πέθανε το 2012.
Οι διαφορετικές αυτές υποθέσεις αναδεικνύουν την ανάγκη προστασίας του ασθενούς πριν χαθεί ο πολύτιμος χρόνος της θεραπείας. Η αυστηρή τιμωρία, όταν αποδεικνύεται ένα έγκλημα, δεν αναπληρώνει αυτόν τον χρόνο. Απαιτούνται έλεγχοι στα επαγγελματικά προσόντα και στη λειτουργία των δομών υγείας, έγκαιρη διερεύνηση καταγγελιών και αξιόπιστη ενημέρωση. Η ελπίδα ενός ανθρώπου που νοσεί δεν μπορεί να γίνεται μέσο εξαπάτησής του.

