Η γενική εισαγγελέας της Νέας Υόρκης ανέλαβε την υπόθεση — Στο επίκεντρο οι χειρισμοί των αρχών και η ανταπόκριση του πανεπιστημίου
Νέα εισαγγελική έρευνα βρίσκεται σε εξέλιξη για την καταγγελία φοιτήτριας του Πανεπιστημίου Κορνέλ ότι υπέστη ομαδικό βιασμό σε χώρο της αδελφότητας Chi Phi, τον Οκτώβριο του 2024. Σχεδόν δύο χρόνια αργότερα, η υπόθεση προκαλεί σοβαρά ερωτήματα για τον τρόπο με τον οποίο αξιολογήθηκε η μαρτυρία της και για την αρχική απόφαση να μην ασκηθούν ποινικές διώξεις.
Την 1η Οκτωβρίου 2026, η κυβερνήτης Κάθι Χόκουλ ανέθεσε, με εκτελεστικό διάταγμα, τη διερεύνηση στο γραφείο της γενικής εισαγγελέως Λετίσια Τζέιμς, ως ειδικού εισαγγελέα. Η Τζέιμς δεσμεύτηκε για πλήρη και δίκαιη εξέταση, με οδηγό τα πραγματικά στοιχεία και τον νόμο.
Η νεαρή γυναίκα, η οποία προστατεύει την ταυτότητά της χρησιμοποιώντας το ψευδώνυμο «Jane Doe», κατέθεσε τον Σεπτέμβριο αγωγή 101 σελίδων. Στο επίκεντρό της βρίσκονται οι καταγγελίες για πολύωρη σεξουαλική κακοποίηση, αλλά και οι ευθύνες που η ίδια αποδίδει σε όσους κλήθηκαν να διαχειριστούν την υπόθεση.
Σύμφωνα με όσα περιγράφονται στην αγωγή, το βράδυ της 19ης Οκτωβρίου 2024 η τότε 20χρονη επισκέφθηκε το σπίτι της Chi Phi στην Ιθάκα της Νέας Υόρκης, προκειμένου να συναντήσει έναν φίλο της. Είχε προηγουμένως καταναλώσει αλκοόλ. Η ίδια καταγγέλλει ότι εκεί της δόθηκαν επιπλέον αλκοόλ και ουσίες που της παρουσιάστηκαν ως κεταμίνη, με αποτέλεσμα να περιέλθει σε κατάσταση αδυναμίας συναίνεσης και αντίδρασης.
Η καταγγελία περιλαμβάνει αναφορά σε μήνυμα ομαδικής συνομιλίας στο Snapchat, το οποίο φέρεται να προσκαλούσε άλλα μέλη να συμμετάσχουν στη σεξουαλική κακοποίηση. Η νεαρή περιγράφει διαδοχικές επιθέσεις και απώλεια των αισθήσεών της. Αναφέρει επίσης ότι την επόμενη ημέρα είχε μώλωπες και ότι διατήρησε φωτογραφίες και το φόρεμα που φορούσε ως πιθανά αποδεικτικά στοιχεία.
Οι ισχυρισμοί αυτοί αποτελούν αντικείμενο διερεύνησης. Σύμφωνα με το Reuters, οι επτά εναγόμενοι άνδρες αρνούνται παρανομία, με ορισμένους να υποστηρίζουν ότι υπήρξε συναίνεση και άλλους να αρνούνται συμμετοχή. Η αγωγή δεν συνιστά δικαστική απόφαση ενοχής.
Ιδιαίτερο βάρος έχει αποκτήσει το τι ακριβώς έφτασε στον τοπικό εισαγγελέα Μάθιου Βαν Χάουτεν. Όπως κατέγραψε το Associated Press, ο ίδιος αναγνώρισε ότι αποφάσισε να μην προχωρήσει σε δίωξη στηριζόμενος σε συνοπτική, υπογεγραμμένη καταγραφή των αστυνομικών συνεντεύξεων, χωρίς να έχει το πλήρες απομαγνητοφωνημένο υλικό ή να έχει συνομιλήσει με την καταγγέλλουσα. Στην περίληψη δεν περιλαμβανόταν η ρητή δήλωσή της ότι ήταν βέβαιη πως είχε βιαστεί.
Αυτή η απόσταση ανάμεσα στη μαρτυρία και στην καταγραφή που αξιολογήθηκε απαιτεί συγκεκριμένες απαντήσεις: ποια στοιχεία διαβιβάστηκαν, ποια παραλείφθηκαν και γιατί κρίθηκε επαρκές το υλικό για να κλείσει τότε η ποινική διερεύνηση; Τα ερωτήματα είναι σοβαρά, χωρίς να αποτελούν από μόνα τους απόδειξη σκόπιμης συγκάλυψης.
Το Κορνέλ, από την πλευρά του, υποστηρίζει ότι διενήργησε εκτεταμένη εσωτερική έρευνα, απέκλεισε τη Chi Phi από την πανεπιστημιούπολη και επέβαλε πειθαρχικές κυρώσεις, μεταξύ των οποίων αποβολές. Η πλευρά της καταγγέλλουσας αμφισβητεί την επάρκεια των ποινών για ορισμένους εμπλεκομένους.
Σε νεότερη τοποθέτησή του, στις 3 Οκτωβρίου, ο πρόεδρος του πανεπιστημίου Μάικλ Κότλικοφ δεσμεύτηκε για μεγαλύτερη διαφάνεια και επανεξέταση του ρόλου των αδελφοτήτων στην πανεπιστημιακή ζωή. Αναγνώρισε ότι το ίδρυμα οφείλει να βελτιώσει την ανταπόκρισή του.
Το ζητούμενο πλέον είναι να εξεταστούν πλήρως τα διαθέσιμα στοιχεία, με σεβασμό στην καταγγέλλουσα και στα δικαιώματα όλων των εμπλεκομένων. Η αξιοπιστία των θεσμών θα κριθεί από την πληρότητα της έρευνας και από τις τεκμηριωμένες απαντήσεις για όσα έγιναν — και όσα ενδεχομένως παραλείφθηκαν.

