Υπάρχουν βράδια που ο άνθρωπος κοιτάζει το τηλέφωνό του και θέλει να πάρει κάποιον. Να πει πως κουράστηκε. Πως φοβάται. Πως η μέρα τον ξεπέρασε και χρειάζεται να ακούσει μια γνώριμη φωνή.
Περνάει τα ονόματα ένα ένα. Κοντοστέκεται. «Θα έχει κι αυτός τα δικά του», σκέφτεται. Και αφήνει το τηλέφωνο στην άκρη.
Ίσως εκεί, σε αυτή τη μικρή σιωπή, να φαίνεται πόσο δυσκολέψαμε τη ζωή μας.
Μάθαμε να μετράμε πολλά. Τα χρήματα που λείπουν μέχρι το τέλος του μήνα, τις ώρες της δουλειάς, τις δόσεις, τις υποχρεώσεις. Κι όπως σκύψαμε πάνω από όλους αυτούς τους λογαριασμούς, το μέτρημα πέρασε σιγά σιγά και στους ανθρώπους.
Πόσα έδωσα. Πόσα πήρα. Πόσες φορές τηλεφώνησα εγώ. Τι μπορεί να μου προσφέρει αυτή η σχέση. Μέχρι πού με συμφέρει να νοιαστώ.
Και κάπου ανάμεσα στα «έδωσα» και στα «πήρα», χάθηκε το «μου έλειψες».
Το χρήμα έχει το βάρος του. Το ξέρει ο γονιός που υπολογίζει τα ψώνια μπροστά στο ράφι. Το παιδί που δουλεύει για να τελειώσει τις σπουδές του. Ο άνθρωπος που ξαγρυπνά επειδή αύριο πρέπει να πληρώσει. Η αγωνία για μια αξιοπρεπή ζωή αξίζει σεβασμό.
Αυτό που πονάει είναι να νιώθεις ότι, μαζί με τα χρήματά σου, λιγοστεύει και η θέση σου στη ζωή των άλλων. Ότι πρέπει συνεχώς να είσαι επιτυχημένος, χρήσιμος, ευχάριστος. Να έχεις κάτι να προσφέρεις για να δικαιούσαι συντροφιά.
Να φοβάσαι να πεις «δεν είμαι καλά», μήπως γίνεις βάρος.
Έτσι αρχίζουμε να κρυβόμαστε. Πίσω από ένα «μια χαρά», από μια φωτογραφία, από μια κουβέντα για τη δουλειά. Καθόμαστε στο ίδιο τραπέζι και μιλάμε για τόσα πράγματα, αφήνοντας απέξω εκείνο που μας πονάει περισσότερο.
Κι όμως, οι στιγμές που μας κράτησαν όρθιους είχαν συχνά κάτι πολύ απλό.
Έναν φίλο που ήρθε χωρίς να χρειαστεί να του εξηγήσουμε πολλά. Ένα πιάτο φαγητό που κάποιος άφησε στην πόρτα μας. Έναν άνθρωπο που κάθισε δίπλα μας σε έναν διάδρομο νοσοκομείου. Μια φωνή που είπε «θα το περάσουμε μαζί» και έμεινε.
Αυτά θυμόμαστε όταν δυσκολεύουν τα πράγματα. Ποιος άντεξε τη στενοχώρια μας. Σε ποιον μπορούσαμε να μιλήσουμε χωρίς να προσέχουμε κάθε λέξη. Ποιος μας γνώρισε και στις άσχημες μέρες μας και συνέχισε να μας αγαπά.
Ας το θυμηθούμε και για τους άλλους. Για εκείνον που χάθηκε τελευταία από την παρέα. Για τον δικό μας άνθρωπο που έγινε απότομος από την κούραση. Για τον φίλο που όλο λέμε να πάρουμε τηλέφωνο και το αναβάλλουμε.
Μπορούμε να τον πάρουμε σήμερα. Να ρωτήσουμε πώς είναι και να αφήσουμε χρόνο για την απάντηση.
Η ψυχή μας κουράστηκε. Χρειάζεται λίγη τρυφερότητα, λίγη εμπιστοσύνη, έναν τόπο όπου θα μπορεί να ακουμπήσει χωρίς να απολογηθεί.
Βοήθα, καλέ μου, να μη φαγωθούμε μεταξύ μας. Έλα να καθίσουμε λίγο. Θέλω να μου πεις πώς είσαι.

