Βάγιας Κατσός
Πλήθος κόσμου παρακολούθησε το Σάββατο 3 Οκτωβρίου, στο αμφιθέατρο της Περιφέρειας στη Χαλκίδα, την παρουσίαση του νέου, τρίτου βιβλίου του Βάγια Κάτσου, «Η ταυτότητα της Χαλκίδας». Μια βραδιά με αμείωτο ενδιαφέρον, εικόνες που παρουσιάστηκαν για πρώτη φορά, συζήτηση, αλλά και ειδήσεις για την πόλη.
Το νέο βιβλίο δεν περιορίζεται στο παρελθόν της Χαλκίδας. Ασχολείται εξίσου με το παρόν και, κυρίως, με το μέλλον της, καταθέτοντας συγκεκριμένες προτάσεις για την ανάδειξη των μοναδικών, ταυτοτικών χαρακτηριστικών της. Υπό αυτή την έννοια, όπως επισήμανε και ο ίδιος ο συγγραφέας, πρόκειται για ένα έργο που αποκτά αναπόφευκτα και πολιτική διάσταση.
Το βιβλίο προλόγισε ο περιφερειάρχης Στερεάς Ελλάδας, κ. Φάνης Σπανός, ο οποίος κατά τη διάρκεια της ομιλίας του έδωσε και μια ιδιαίτερα ευχάριστη είδηση: όπως ανακοίνωσε, το Ευρίπειο Μουσείο, στο ευβοϊκό τεταρτοκύκλιο, έχει μπει σε τροχιά δημιουργίας.
Στη συνέχεια, ο Βάγιας Κάτσος ανέγνωσε τη σύντομη ομιλία που είχε γράψει ειδικά για την εκδήλωση η φιλόλογος και επιμελήτρια της έκδοσης, κα Ζωή Πιτσούνη, η οποία δεν μπόρεσε να παραστεί λόγω ασθενείας. Ακολούθησε ο 3D designer και συνεργάτης του συγγραφέα Γιάννης Μύταλας, ο οποίος παρουσίασε εικόνες από το μοντέλο της παλαιάς Χαλκίδας που έχει δημιουργήσει, εξηγώντας τη φύση και τις δυσκολίες του εγχειρήματος, αλλά και τις νέες ερευνητικές δυνατότητες που παρέχει πλέον η συγκεκριμένη εργασία.
Όλα αυτά προετοίμασαν το έδαφος για την κεντρική παρουσίαση του Βάγια Κάτσου, η οποία κινήθηκε πέρα από μια απλή περιγραφή του περιεχομένου του βιβλίου και χωρίστηκε σε τρία κύρια μέρη.
Στο πρώτο, ο συγγραφέας αναφέρθηκε στα στάδια δημιουργίας του βιβλίου και στις αφορμές που οδήγησαν στη συγγραφή του, ξεχωρίζοντας δύο.
Ως πρώτη ανέφερε την, κατά τον ίδιο, αθέτηση υπόσχεσης της δημάρχου Χαλκιδέων, κας Έλενας Βάκα, ότι αμέσως μετά τις εκλογές του 2023 θα αναλάμβανε χρέη συμβούλου σε ζητήματα ιστορίας και πολιτισμού. Όπως υποστήριξε, εάν αυτό είχε συμβεί, αρκετά από όσα προτείνονται σήμερα στο βιβλίο θα είχαν ήδη δρομολογηθεί σε θεσμικό επίπεδο και πιθανότατα δεν θα ήταν αναγκαία η δημοσιοποίησή τους με τη σημερινή μορφή. Το βιβλίο αποτέλεσε τελικά τον τρόπο για να φτάσουν οι συγκεκριμένες θέσεις και προτάσεις απευθείας στον Χαλκιδέο πολίτη.
Η δεύτερη αφορμή ήταν πολύ πιο προσωπική και, όπως αφηγήθηκε, σχεδόν απρόσμενη. Το βράδυ της 31ης Ιανουαρίου 2025, στο τραπέζι των γενεθλίων του, μια συζήτηση με φίλους τον οδήγησε στη διαπίστωση ότι η μέση «κοινή γνώμη» της πόλης γνωρίζει ελάχιστα τόσο για όσα ο ίδιος υποστηρίζει συνολικά όσο και για την ίδια την ταυτότητα της Χαλκίδας. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, χρειάστηκε μόλις ένα λεπτό για να πάρει την απόφαση να διοργανώσει την ημερίδα για την ταυτότητα της Χαλκίδας, η οποία πραγματοποιήθηκε την περασμένη άνοιξη στο Επιμελητήριο Εύβοιας και αποτέλεσε ουσιαστικά τον προπομπό του βιβλίου.
Στο δεύτερο μέρος της παρουσίασης ήρθε η σειρά των εικόνων. Ο Βάγιας Κάτσος παρουσίασε ορισμένες από τις φωτορεαλιστικές αναπαραστάσεις που φιλοξενούνται στην έκδοση και για τις οποίες, όπως είπε, αισθάνεται ιδιαίτερα υπερήφανος. Η δημιουργία εικόνων από το μακρινό παρελθόν της Χαλκίδας ήταν κάτι που είχε στο μυαλό του εδώ και δεκαετίες. Μόλις τα τελευταία χρόνια, όμως, η τεχνολογία ωρίμασε σε τέτοιο βαθμό ώστε εκείνο που κάποτε υπήρχε μόνο ως σκέψη να μπορεί πλέον να μετατραπεί σε εικόνα.
Ανάμεσα στις αναπαραστάσεις που παρουσιάστηκαν ξεχώρισαν η εναέρια άποψη του Κάστρου και του Προαστίου όπως ήταν τον 19ο αιώνα, οι παλιρροιόμυλοι και ο Εύριπος του 18ου αιώνα, καθώς και η αναπαράσταση του προμαχώνα της Άνω Πύλης και της εντυπωσιακής γέφυράς της. Για λίγα λεπτά, η Χαλκίδα που χάθηκε επέστρεψε στην οθόνη του αμφιθεάτρου — και πλέον παραμένει αποτυπωμένη στις σελίδες του βιβλίου.
Το τρίτο και τελευταίο μέρος ήταν αφιερωμένο στο μέλλον. Εκεί ο συγγραφέας έθεσε ίσως το κεντρικότερο ερώτημα ολόκληρης της βραδιάς: ποια θα είναι η συνέχεια όλων όσων οραματίζεται και προτείνει το βιβλίο;
Ο Βάγιας Κάτσος υπενθύμισε ότι στην προηγούμενη ημερίδα ο αντιπεριφερειάρχης Εύβοιας, κ. Γιώργος Κελαϊδίτης, είχε προτείνει τη δημιουργία επιτροπής από εκπροσώπους φορέων και αρχών της πόλης, η οποία θα επεξεργαζόταν τις προτάσεις που είχαν ακουστεί τότε και πλέον περιλαμβάνονται στο βιβλίο. Η πρόταση, όπως ανέφερε, δεν ευδοκίμησε. Και σχολίασε με χιούμορ: «Όταν οι Έλληνες επιθυμούμε να μην κάνουμε κάποια εργασία, συστήνουμε μια επιτροπή. Στη δική μας περίπτωση, ούτε καν αυτή!»
Έτσι, επανήλθε με μια νέα και σαφέστερη πρόταση, απευθυνόμενος αυτή τη φορά στον Δήμο Χαλκιδέων:
Να δημιουργηθεί ένα Γραφείο Ανάδειξης της Ταυτότητας της Χαλκίδας.
Όπως εξήγησε, ο Δήμος διαθέτει γραφεία για πλήθος αρμοδιοτήτων, όχι όμως ένα με αποκλειστικό αντικείμενο την ανάδειξη της ταυτότητας της πόλης: της ιστορίας της, της πολιτιστικής της κληρονομιάς και των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών που μπορούν να αποτελέσουν εφόδιο για το μέλλον της. Ένα τέτοιο γραφείο, σύμφωνα με την πρότασή του, δεν θα είχε διακοσμητικό ή θεωρητικό χαρακτήρα, αλλά συγκεκριμένη αποστολή: να εξετάσει και να προωθήσει, μία προς μία, τις προτάσεις, τα έργα και τις δράσεις που περιγράφονται στο βιβλίο, με σχέδιο, συνέχεια και συνέπεια.
Μετά το τέλος της παρουσίασης ακολούθησε συζήτηση με το κοινό, με ερωτήσεις, παρατηρήσεις και διαφορετικές απόψεις. Ήταν, ουσιαστικά, η πρώτη εφαρμογή αυτού που επιδιώκει το ίδιο το βιβλίο: να μη μείνει κλεισμένο στις σελίδες του, αλλά να λειτουργήσει ως αφορμή για δημόσιο διάλογο γύρω από την πόλη και το μέλλον της.
Και ύστερα ήρθε το πιο ανθρώπινο μέρος της βραδιάς. Ο συγγραφέας συνομίλησε με τους παρευρισκομένους, άκουσε σκέψεις και παρατηρήσεις και υπέγραψε αντίτυπα του βιβλίου του. Οι συζητήσεις συνεχίστηκαν για αρκετή ώρα μετά την ολοκλήρωση της εκδήλωσης, αποδεικνύοντας ότι το ενδιαφέρον δεν εξαντλήθηκε με το σβήσιμο της οθόνης και το τέλος των ομιλιών.
Την παρουσίαση παρακολούθησαν και εκπρόσωποι τοπικών ΜΜΕ, καταγράφοντας μια εκδήλωση που δεν αφορούσε απλώς την κυκλοφορία ενός ακόμη βιβλίου, αλλά μια συνολικότερη πρόταση συζήτησης για την ιστορία, την ταυτότητα και τις δυνατότητες της Χαλκίδας.
Ίσως αυτό να ήταν τελικά και το ουσιαστικότερο στοιχείο της βραδιάς. Έπειτα από 10 χρόνια έρευνας και δουλειάς, η «Ταυτότητα της Χαλκίδας» έφυγε από το γραφείο του δημιουργού της και πέρασε εκεί όπου εξαρχής φιλοδοξούσε να βρεθεί: στα χέρια των ανθρώπων της πόλης.
Γιατί η μεγαλύτερη φιλοδοξία αυτού του βιβλίου, όπως έγινε σαφές στην παρουσίαση, δεν είναι να δώσει την τελευταία λέξη για τη Χαλκίδα. Είναι να αποτελέσει την πρώτη λέξη μιας νέας συζήτησης γι’ αυτήν.
Το αν αυτή η συζήτηση θα οδηγήσει τελικά και σε πράξεις, είναι πλέον ένα ερώτημα που δεν αφορά μόνο τον συγγραφέα, αλλά ολόκληρη την πόλη.

