«Καλά δεν ήξερες ότι είναι παράνομο για άτομα κάτω των 28 να διαβάζουν;», λέει ένας από τους χαρακτήρες στην κωμική σειρά Dang! (2026). Εχω ακούσει πολλές φορές αυτήν την ατάκα. «H νεολαία δεν διαβάζει». Το λένε με παραίτηση «άνθρωποι» «του» «βιβλίου» που δεν κάνουν κάτι για να την προσεγγίσουν. Εκδότες που αρνούνται να προσαρμόσουν τη στρατηγική τους. Συγγραφείς που νομίζουν πως εάν γράψουν βιβλίο με βαρετά ελληνικά για την άνοια θα πιάσουν την καλή, αφού «μόνον οι μεγαλύτερες ηλικίες διαβάζουν». Τι ηττοπάθεια!
Αυτήν την ώρα, οι αμερικανικοί τεχνολογικοί κολοσσοί τα δίνουν όλα για το μυαλό της νεολαίας. Αφού έπαιξαν με την ψυχολογία τους, αφού κατασκεύασαν μαζικά ανθρώπους με την εσωτερική σκευή δούλου, αφού απονεύρωσαν ό,τι ευθύνεται για τη συγκίνηση και την εγρήγορση στους νεαρούς εγκεφάλους, επενδύουν τώρα στο AI. Τεράστια ποσά, τρισ. Το πεδίο δεν έχει ρυθμιστεί νομικά, είναι ανεξέλεγκτοι. Ετσι, προπαγανδίζουν στους νέους το εξής: εάν έχεις κάποια απορία, μην κουράσεις το μυαλουδάκι σου, πιάσε το κινητό. Τεράστιες ποσότητες νερού, χρήματος και ορυκτών χρησιμοποιούνται, για να μπορούν τα εικοσάχρονα να ρωτήσουν ποια αντιγηραντική κρέμα είναι η καλύτερη.
Το αντίπαλο στρατόπεδο είναι φτωχό σε πυρομαχικά (όχι σε ψυχή όμως). Δεν διαθέτει αντίστοιχα ποσά, για να επενδύσει υπέρ της αργής, ήσυχης μελέτης. Η συρρίκνωση της μόρφωσης, της φαντασίας και της περιέργειας στον γενικό πληθυσμό είναι και αυτή μία (προβλέψιμη) εκδήλωση της υπερσυγκέντρωσης πλούτου. Η νεολαία και οι ηλικιωμένοι περνούν τεράστιο μέρος της μέρας τους σε αντιδημοκρατικούς ψηφιακούς χώρους που ρυθμίζονται από πανάκριβους αλγορίθμους ενίσχυσης της σύγκρουσης και της σύγχυσης.
Χρειαζόμαστε χώρους έκφρασης που είναι κοινοί και δεν επιτηρούνται. Τα βιβλιοπωλεία είναι τέτοιοι χώροι. Στις λέσχες ανάγνωσης γίνονται αληθινές συζητήσεις – με μηδενικό ή συμβολικό αντίτιμο. Συζητήσεις που δεν καταγράφονται και όπου όλοι είναι αληθινά καλοδεχούμενοι. Συζητήσεις που δεν αποσκοπούν στην κλοπή των δεδομένων των συμμετεχόντων και όπου μπορείς να διαφωνίσεις πολιτισμένα με τους γύρω σου. Ασφαλή περιβάλλοντα, σε ορολογία της γενιάς Ζι.
Οι δημόσιες βιβλιοθήκες συντηρούν την ψυχή της δημοκρατικής σκέψης. Οποια θέλει μπορεί να καθίσει δωρεάν εκεί και να διαβάσει – ριζοσπαστικό! Προσφέρουν καταφύγιο σε παιδιά που δεν έχουν πολλά βιβλία στο σπίτι ή που θέλουν να διαβάσουν αυτό που οι γονείς τους αγνοούν ή αποδοκιμάζουν – επαναστατικό. Επιτρέπουν στους νέους να κάνουν ομάδες ήσυχης, κοινής ανάγνωσης γύρω από όσα τους απασχολούν (σχέσεις, σεξουαλικότητα, περιβάλλον κ.λπ.). Δεν θα έπρεπε η ενίσχυση των βιβλιοθηκών να είναι η απόλυτη προτεραιότητα;
Οταν κατηγορούμε τα παιδιά για το πόσο αγράμματα είναι, ας δούμε τι τους προσφέρει ο σύγχρονος κόσμος. Μία ψηφιακή έρημο ερεθισμάτων, επισφάλεια, τρελά καταναλωτικά πρότυπα. Το σχολείο και οι βιβλιοθήκες καλούνται να τα βγάλουν από ’κει. Να τα διδάξουν την ησυχία, τη μελέτη, την ελεύθερη σκέψη. Διοχετεύονται οικονομικοί και ανθρώπινοι πόροι σ’ αυτόν τον σκόπο;
Επενδύει η χώρα μας στο σχολείο; Οι εκπαιδευτικοί διάλεξαν αυτήν την καριέρα γιατί τους αρέσουν τα παιδιά και τα βιβλία, όμως το σύστημα τους εξουθενώνει. Τους μετακινεί. Τους υποαμείβει. Τους υποτιμά. Τους εμποδίζει να χτίσουν σχέσεις με τα παιδιά και να προπαγανδίσουν συστηματικά το γεγονός πως τα βιβλία και η ελληνική γλώσσα είναι κουλ.
Ετσι όπως είναι τώρα τα πράγματα, τα μικρά μαθαίνουν να μισούν το βιβλίο και την ελληνική γλώσσα. Είναι μία γλώσσα όχι της αρεσκείας τους. Δεν είναι ιαπωνικά. Δεν είναι καν αγγλικά. Μερικά τη μιλούν ξέψυχα. Νέοι καλλιτέχνες τη μεταχειρίζονται με το ζόρι, άτσαλα. Είναι κάτι που το έχουν συνδεδεμένο με τα πιο βαρετά αποσπάσματα από τα πιο βαρετά βιβλία ανδρών που ζήσαν έναν αιώνα πριν. Γίνεται ν’ αλλάξουν όλ’ αυτά.
Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

