Μια αφήγηση για έναν παλιό ναύτη συνοδεύει μια πραγματική προεδρική εντολή. Το ερώτημα είναι πόσο θα κοστίσει η επιμονή του Αμερικανού προέδρου.
Υπάρχουν αποφάσεις που στηρίζονται σε δοκιμές, συγκριτικές μελέτες και επιχειρησιακά δεδομένα. Στην υπόθεση των αμερικανικών αεροπλανοφόρων, όμως, ιδιαίτερη θέση φαίνεται να κατέχει και η ανάμνηση μιας συζήτησης του Ντόναλντ Τραμπ με έναν ναύτη που κανείς δεν έχει καταφέρει να εντοπίσει.
Σύμφωνα με τη Wall Street Journal, ο πρόεδρος επικαλείται έναν «Μπιλ Τζόουνς», ο οποίος φέρεται να τον έπεισε ότι οι ατμοκίνητοι καταπέλτες υπερέχουν των ηλεκτρομαγνητικών. Η ταυτότητα του ανθρώπου παραμένει ανεπιβεβαίωτη, παρά τις αναζητήσεις που περιγράφει η εφημερίδα.
Η προεδρική εντολή, πάντως, είναι απολύτως συγκεκριμένη. Το υπόμνημα της 13ης Αυγούστου 2026 ζητά, εντός 60 ημερών, σχέδιο αντικατάστασης του ηλεκτρομαγνητικού συστήματος εκτόξευσης και των προηγμένων ανελκυστήρων όπλων με ατμοκίνητα και υδραυλικά συστήματα κατά την κατασκευή του CVN-81. Ζητά επίσης χρονοδιαγράμματα και προσδιορισμό των απαιτούμενων πόρων. Πρόκειται, επομένως, για κατεύθυνση σχεδιασμού της αλλαγής, της οποίας η ολοκλήρωση παραμένει μελλοντική και εξαρτάται και από τη διαθέσιμη χρηματοδότηση.
Η κυβέρνηση προβάλλει ένα επιχείρημα που αξίζει να εξεταστεί: τα υπερβολικά σύνθετα σχέδια, οι συνεχείς τροποποιήσεις και η περιορισμένη ναυπηγική δυναμικότητα έχουν επιβαρύνει τα προγράμματα με καθυστερήσεις και αυξήσεις κόστους. Η επιλογή δοκιμασμένων τεχνολογιών παρουσιάζεται ως μέσο αντιμετώπισης αυτών των προβλημάτων.
Εδώ ακριβώς αρχίζει η απαίτηση για αποδείξεις. Πόσο απλούστερη γίνεται μια κατασκευή όταν αλλάζει ένα βασικό σύστημά της; Πόσο κοστίζει η προσαρμογή; Ποιες επιπτώσεις έχει στην παράδοση και στις δυνατότητες του πλοίου για τις επόμενες δεκαετίες;
Οι ατμοκίνητοι καταπέλτες έχουν μακρά ιστορία στα αεροπλανοφόρα κλάσης Nimitz. Η παρουσίασή τους ως μιας τεχνολογίας που εξαφανίστηκε συνολικά από το Ναυτικό είναι παραπλανητική. Η ουσία της διαφωνίας αφορά την επαναφορά τους στον σχεδιασμό νεότερων πλοίων, τα οποία αναπτύχθηκαν γύρω από διαφορετικά συστήματα.
Από την πλευρά της, η αρμόδια διοίκηση ναυτικής αεροπορίας NAVAIR περιγράφει το EMALS ως σύστημα σχεδιασμένο για ακριβέστερο έλεγχο της εκτόξευσης, ομαλότερη επιτάχυνση και μικρότερη καταπόνηση των αεροσκαφών. Στα πλεονεκτήματα που αναφέρει περιλαμβάνονται η υποστήριξη ευρύτερου φάσματος αεροσκαφών, από ελαφρά μη επανδρωμένα μέχρι βαριά μαχητικά, καθώς και μειωμένες ανάγκες προσωπικού και συντήρησης.
Αυτοί οι ισχυρισμοί οφείλουν να ελέγχονται με πραγματικά αποτελέσματα. Το ίδιο αυστηρά οφείλει να ελεγχθεί και η προεδρική βεβαιότητα ότι η επιστροφή στον ατμό προσφέρει καλύτερη λύση.
Η εμπειρία ενός ναύτη αξίζει να ακούγεται. Οι άνθρωποι που χειρίζονται καθημερινά έναν εξοπλισμό συχνά γνωρίζουν προβλήματα που χάνονται στις υπηρεσιακές παρουσιάσεις. Η μαρτυρία τους, όμως, χρειάζεται διασταύρωση και τεχνική αξιολόγηση πριν καθορίσει μια τόσο δαπανηρή αλλαγή.
Το ενδεχόμενο επιβάρυνσης δισεκατομμυρίων αποτελεί εκτίμηση που μεταφέρει το Associated Press, όχι οριστικοποιημένο λογαριασμό. Αρκεί, πάντως, για να απαιτείται πλήρης τεκμηρίωση πριν προχωρήσει η ανατροπή του σχεδιασμού.
Ο «Μπιλ Τζόουνς» μπορεί να παραμένει μυστήριο. Το κόστος, οι καθυστερήσεις και οι επιχειρησιακές συνέπειες μιας προεδρικής επιλογής πρέπει να είναι μετρήσιμα — και η ευθύνη απολύτως επώνυμη.

