Βασίλης Αρμόνης, MD, PhD
Παθολόγος-Ογκολόγος
πρώην Βουλευτής Ευβοίας
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΥΣΗ
Οι πρόσφατες πλημμύρες στην Εύβοια επαναφέρουν επιτακτικά το ζήτημα του σχεδίου πρόληψης των φυσικών καταστροφών, της προστασίας των δασών και του ελέγχου των ανθρώπινων παρεμβάσεων στο φυσικό περιβάλλον.
Ο τόπος μας μετράει ξανά πληγές. Οι καταστροφές στα Ψαχνά και στον Δήμο Μαντουδίου–Λίμνης–Αγίας Άννας, οι υπερχειλίσεις ποταμών και η διακοπή της σύνδεσης Προκοπίου–Μαντουδίου επαναφέρουν ένα αμείλικτο ερώτημα: πόσο προστατευμένος είναι πραγματικά αυτός ο τόπος απέναντι στους περιβαλλοντικούς κινδύνους και κατ’ επέκταση απέναντι στον πλημμυρικό κίνδυνο; Οι καταστροφές των τελευταίων ημερών απαιτούν συγκεκριμένες απαντήσεις για την ύπαρξη απαραίτητων υποδομών, την λειτουργική κατάσταση όσων υπάρχουν και την αποτελεσματικότητα των μηχανισμών πρόληψης.
Η ένταση της βροχόπτωσης είναι μία σημαντική παράμετρος, όμως, δεν απαλλάσσει από τις ευθύνες τους όσους σχεδιάζουν, αδειοδοτούν, κατασκευάζουν και συντηρούν έργα και παρεμβάσεις με περιβαλλοντικές επιπτώσεις. Η πολιτεία οφείλει να εξηγήσει ποιοι κίνδυνοι είχαν εντοπισθεί – αν είχαν εντοπισθεί, ποιες παρεμβάσεις έγιναν – αν έγιναν και ποια προβλήματα παραμένουν ανοιχτά.
Η λογοδοσία αρχίζει εκεί όπου τελειώνει η γενικόλογη επίκληση της «θεομηνίας».
Οι πυρκαγιές του 2021 άφησαν μια βαριά περιβαλλοντική κληρονομιά στη Βόρεια Εύβοια. Η απώλεια της βλάστησης και οι μεταβολές στις ιδιότητες του εδάφους αυξάνουν την επιφανειακή απορροή, τη διάβρωση και τη μεταφορά φερτών υλικών. Η έκταση, η βαρύτητα και η διάρκεια αυτών των επιπτώσεων, ωστόσο, διαφέρουν ανά περιοχή. Για να αποτιμηθεί η συμβολή τους στις συγκεκριμένες πλημμύρες απαιτούνται στοιχεία για κάθε λεκάνη απορροής και για τη σημερινή κατάσταση του εδάφους και της βλάστησης.
Ακριβώς γι’ αυτό χρειάζεται δημόσιος απολογισμός της αποκατάστασης. Το Υπουργείο Περιβάλλοντος είχε ανακοινώσει εργασίες και συμβάσεις αναδάσωσης στη Βόρεια Εύβοια, επισημαίνοντας παράλληλα τη σημασία της φυσικής αναγέννησης. Το ουσιαστικό ερώτημα είναι τι ολοκληρώθηκε, με ποιο αποτέλεσμα και ποια φροντίδα ακολούθησε. Πού προχώρησε η φυσική αναγέννηση; Πού χρειάστηκε ενίσχυση; Ποια αντιδιαβρωτικά έργα εξακολουθούν να λειτουργούν αποτελεσματικά; Οι απαντήσεις πρέπει να δίνονται μετά από επιτόπιους τεχνικούς ελέγχους και να συνοδεύονται από μετρήσιμα δεδομένα.
Αντίστοιχα αυστηρός πρέπει να είναι ο έλεγχος των ενεργειακών εγκαταστάσεων και των συνοδών έργων τους. Για κάθε αιολικό ή φωτοβολταϊκό έργο πρέπει να εξετάζονται η χωροθέτηση, οι εκσκαφές, οι δρόμοι πρόσβασης, η αποστράγγιση και η διαχείριση των υλικών. Η έρευνα για τα φωτοβολταϊκά καταδεικνύει τη σημασία παραμέτρων όπως η φυτοκάλυψη, η συμπίεση του εδάφους, η κλίση και ο σχεδιασμός της εγκατάστασης στην απορροή των ομβρίων υδάτων.
Η απόδοση των συγκεκριμένων πλημμυρών στις ΑΠΕ απαιτεί τεκμηρίωση και δεν πρέπει να γίνεται γενικόλογα. Η απαίτηση για ανεξάρτητο έλεγχο, όμως, είναι απολύτως επιβεβλημένη. Οι πολίτες δικαιούνται να γνωρίζουν αν τηρήθηκαν οι περιβαλλοντικοί όροι και αν αξιολογήθηκε η συνολική επιβάρυνση κάθε περιοχής από τις διαφορετικές ανθρώπινες παρεμβάσεις.
Η ίδια αρχή πρέπει να ισχύει για κάθε μελλοντική εγκατάσταση μεγάλης κλίμακας, συμπεριλαμβανομένων των κέντρων δεδομένων. Οι τεράστιες ανάγκες τους σε ηλεκτρική ενέργεια και νερό χρειάζονται αυστηρή αξιολόγηση, αλλιώς απειλείται με ανατροπή η περιβαλλοντική ισορροπία και η λειτουργία των περιοχών εγκατάστασης. Πρόκειται για ζήτημα σχεδιασμού και προστασίας των πόρων της περιοχής και αποτελεί ευθύνη της πολιτείας και όχι των πολιτών.
Ο πολεοδομικός και χωροταξικός σχεδιασμός οφείλει να θέσει σαφείς προτεραιότητες: προστασία των ζωνών φυσικής αναγέννησης, διατήρηση του χώρου των υδατορεμάτων, κατάλληλα ορεινά υδρονομικά έργα, έλεγχο γεφυρών και οχετών και συστηματική συντήρηση. Με δημόσια χρονοδιαγράμματα, εξασφαλισμένη χρηματοδότηση και ονομαστικά προσδιορισμένες αρμοδιότητες.
Οι κάτοικοι των περιοχών που επλήγησαν δικαιούνται άμεση στήριξη και αποκατάσταση των ζημιών. Δικαιούνται επίσης να ξέρουν τι θα αλλάξει πριν από την επόμενη ισχυρή βροχόπτωση.
Η προστασία της Εύβοιας είναι υποχρέωση σκληρής και διαρκούς δουλειάς. Και αυτή η υποχρέωση δεν εκπληρώνεται με επισκέψεις μετά από κάθε καταστροφή και φωτογραφίες πάνω στα συντρίμμια, ιδιαίτερα αν κάποιοι από τους «σημαντικούς» επισκέπτες έχουν συμβάλει είτε με τις πράξεις τους είτε με τις παραλήψεις τους σε ότι πληγώνει την Εύβοια.

