Η απόσταση ανάμεσα στη βαθμολογία του σχολείου και στις εξωτερικές αξιολογήσεις ανοίγει τη συζήτηση για το τι μαθαίνουν πραγματικά οι μαθητές και πόσο έγκαιρα εντοπίζονται οι δυσκολίες τους.
Ένα απολυτήριο με υψηλή βαθμολογία αποτελεί λόγο χαράς για κάθε οικογένεια. Τι συμβαίνει, όμως, όταν η εικόνα που δίνει το σχολείο δεν συμβαδίζει με τις δυσκολίες που καταγράφονται στην κατανόηση κειμένων, στα μαθηματικά και στην εφαρμογή της γνώσης; Το ερώτημα αφορά την αξιοπιστία της αξιολόγησης και, κυρίως, την υποχρέωση του εκπαιδευτικού συστήματος να αναγνωρίζει εγκαίρως ποιο παιδί χρειάζεται βοήθεια.
Τα στοιχεία για τα απολυτήρια λυκείου, τα οποία παρουσιάζονται σε ρεπορτάζ της «Καθημερινής» με αναφορά στην ΕΛΣΤΑΤ, αποτυπώνουν μεγάλη συγκέντρωση στις υψηλές βαθμολογίες. Το 41,35% βρίσκεται στην κατηγορία «άριστα» και το 29,83% στην αμέσως επόμενη βαθμολογική κλίμακα. Συνολικά, το 71,18% συγκεντρώνει βαθμό πάνω από 16. Στο ίδιο ρεπορτάζ αναφέρεται ότι σχεδόν τρεις στους δέκα υποψηφίους των Πανελλαδικών δεν ξεπερνούν τη βάση στον μέσο όρο. Η απόσταση αυτή χρειάζεται διερεύνηση, με κοινές περιόδους αναφοράς και σαφή στοιχεία για τους πληθυσμούς που συγκρίνονται.
Στον διεθνή διαγωνισμό PISA 2025, η Ελλάδα καταγράφει επιδόσεις χαμηλότερες από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ και στα τρία βασικά πεδία: 424 μονάδες στα μαθηματικά έναντι 463, 423 στην κατανόηση κειμένου έναντι 461 και 434 στις φυσικές επιστήμες έναντι 482. Στις φυσικές επιστήμες, το ποσοστό των μαθητών με χαμηλές επιδόσεις φτάνει το 41%. Πρόκειται για ένδειξη σοβαρών μαθησιακών δυσκολιών, όχι για χαρακτηρισμό της αξίας ή των δυνατοτήτων των παιδιών.
Χρειάζεται, ωστόσο, μια ουσιαστική διευκρίνιση. Το απολυτήριο, οι Πανελλαδικές και το PISA υπηρετούν διαφορετικούς σκοπούς. Ο σχολικός βαθμός συνθέτει την αξιολόγηση μιας μεγαλύτερης περιόδου. Οι Πανελλαδικές εξετάζουν συγκεκριμένα μαθήματα υπό κοινές εξεταστικές συνθήκες, ενώ το PISA εστιάζει στην εφαρμογή γνώσεων από δεκαπεντάχρονους. Δεν αφορούν κατ’ ανάγκην τους ίδιους μαθητές, στην ίδια ηλικία και την ίδια χρονιά.
Επομένως, οι διαφορετικές επιδόσεις δεν αποδεικνύουν από μόνες τους ότι οι υψηλοί βαθμοί είναι πλασματικοί. Θέτουν, όμως, ένα εύλογο ερώτημα: πόσο καλά ενημερώνει η σχολική αξιολόγηση μαθητές και γονείς για τις πραγματικές κατακτήσεις και τις αδυναμίες;
Στο ρεπορτάζ αναδεικνύεται και η πίεση ορισμένων γονέων προς εκπαιδευτικούς για υψηλότερες βαθμολογίες. Τέτοιες μαρτυρίες δεν αρκούν για γενίκευση σε όλες τις οικογένειες ή όλα τα σχολεία. Περιγράφουν, ωστόσο, έναν κίνδυνο: όταν η συζήτηση περιορίζεται στο αν ο μαθητής θα πάρει 18 ή 19, μπορεί να χαθεί το ουσιώδες — τι έχει κατανοήσει και πού χρειάζεται στήριξη.
Αντίστοιχα, ένας συνολικός μέσος όρος μπορεί να συνυπάρχει με πολύ άνισες επιδόσεις ανά μάθημα. Η οικογένεια χρειάζεται συγκεκριμένη ενημέρωση για κάθε βασική δεξιότητα. Ένας καλός γενικός βαθμός δεν απαντά πάντοτε στο αν το παιδί κατανοεί ένα απαιτητικό κείμενο, οργανώνει ένα επιχείρημα ή λύνει ένα πρόβλημα χωρίς να αναπαράγει μηχανικά μια έτοιμη διαδικασία.
Η απάντηση δεν εξαντλείται στην αυστηρότερη βαθμολόγηση. Η μείωση των βαθμών, χωρίς αλλαγή στη διδασκαλία και χωρίς υποστήριξη, δεν καλύπτει κανένα μαθησιακό κενό. Χρειάζονται σαφή κριτήρια αξιολόγησης, έγκαιρη διάγνωση δυσκολιών, ουσιαστική ανατροφοδότηση και ενισχυτική διδασκαλία που να φτάνει στους μαθητές που την έχουν ανάγκη.
Εξίσου αναγκαία είναι η στήριξη των εκπαιδευτικών ώστε να εξηγούν τεκμηριωμένα τη βαθμολογία τους και να συνεργάζονται με τους γονείς. Η αξιολόγηση αποκτά παιδαγωγική αξία όταν οδηγεί σε συγκεκριμένες παρεμβάσεις: περισσότερη εξάσκηση στην κατανόηση, διαφορετική προσέγγιση ενός μαθήματος, χρόνο για απορίες και παρακολούθηση της προόδου.
Το ζητούμενο για το δημόσιο σχολείο είναι κάθε απολυτήριο να αντιστοιχεί σε ουσιαστικά εφόδια. Ένα παιδί που δυσκολεύεται έχει δικαίωμα να το μάθει εγκαίρως και να βοηθηθεί. Η ωραιοποίηση της εικόνας του, όπου συμβαίνει, μεταθέτει το πρόβλημα στην επόμενη τάξη, στην επόμενη εξέταση και τελικά στην ενήλικη ζωή του.

