Η κυβέρνηση διαφημίζει επιστροφή χριστουγεννιάτικης ενίσχυσης έπειτα από 15 χρόνια, αλλά το επίδομα θα δοθεί στο τέλος του 2027, θα φορολογηθεί κανονικά και δεν έχει καμία σχέση με την πραγματική επαναφορά των δώρων.
Αν ακούσεις μόνο τον τίτλο, νομίζεις ότι οι δημόσιοι υπάλληλοι ξαναπαίρνουν δώρο Χριστουγέννων. Πεντακόσια ευρώ, μόνιμα, ύστερα από 15 χρόνια. Αν όμως αφήσεις τα πανηγύρια και κοιτάξεις τα ψιλά γράμματα, η εικόνα αλλάζει θεαματικά.
Τα 500 ευρώ είναι μικτά. Στην πραγματική τσέπη θα φτάνουν, ανάλογα με το εισόδημα και την οικογενειακή κατάσταση, περίπου 257 έως 389 ευρώ. Και ούτε αυτά τώρα. Η πρώτη καταβολή προβλέπεται για τον Δεκέμβριο του 2027.
Με άλλα λόγια, η κυβέρνηση ανακοινώνει από τον Σεπτέμβριο του 2026 ένα βοήθημα που ο εργαζόμενος θα δει δεκαπέντε μήνες αργότερα. Μέχρι τότε, βεβαίως, θα έχει πληρώσει άλλα δεκαπέντε ενοίκια, δεκαπέντε λογαριασμούς ρεύματος, δεκαπέντε λογαριασμούς σούπερ μάρκετ και δεκαπέντε μήνες ακρίβειας.
Αυτή είναι η πρώτη μεγάλη αλήθεια πίσω από την κυβερνητική συσκευασία.
Άλλο 500 ευρώ και άλλο όσα μπαίνουν στον λογαριασμό
Το επίδομα θα προσμετράται στις τακτικές και στις συντάξιμες αποδοχές. Αυτό είναι θετικό και πρέπει να αναγνωριστεί. Θα έχει επίσης μόνιμο χαρακτήρα και θα αφορά περίπου 720.000 εργαζομένους στο Δημόσιο.
Μόνιμο, όμως, δεν σημαίνει και επαρκές. Ούτε το μικτό ποσό μπορεί να παρουσιάζεται σαν να είναι καθαρό χρήμα που θα βρει ολόκληρο ο εργαζόμενος στον λογαριασμό του.
Τα ίδια τα παραδείγματα που συνοδεύουν την εξαγγελία είναι αποκαλυπτικά. Υπάλληλος με μικτές αποδοχές 1.200 ευρώ υπολογίζεται ότι θα λάβει 389 ευρώ καθαρά. Στα 1.500 ευρώ μικτά, το καθαρό ποσό περιορίζεται στα 354 ευρώ. Στα 2.000 ευρώ μικτά πέφτει στα 327 ευρώ, ενώ στα 3.000 ευρώ μικτά φτάνει περίπου στα 288 ευρώ.
Άρα, το σύνθημα γράφει «500 ευρώ», αλλά η τσέπη λέει κάτι πολύ διαφορετικό.
Δεν είναι λογιστική λεπτομέρεια. Είναι η διαφορά ανάμεσα στην πολιτική ανακοίνωση και στην καθημερινή πραγματικότητα. Οι δημόσιοι υπάλληλοι δεν ψωνίζουν με μικτά ποσά. Δεν πληρώνουν μικτά το ενοίκιο, το ρεύμα, τη βενζίνη και τα φροντιστήρια των παιδιών τους.
Το «σχεδόν ένας μισθός» βγαίνει μόνο με δημιουργική πρόσθεση
Ακόμη πιο εντυπωσιακό είναι το τέχνασμα με τα συνολικά οφέλη. Η κυβέρνηση παρουσιάζει παραδείγματα εργαζομένων που, μέχρι το 2028, υποτίθεται ότι θα έχουν κερδίσει ποσά που πλησιάζουν έναν επιπλέον μισθό.
Πώς προκύπτει αυτό;
Όχι από το επίδομα Χριστουγέννων. Προκύπτει αφού στο ίδιο καλάθι μπουν τα 500 ευρώ μικτά, οι μελλοντικές οριζόντιες αυξήσεις που θα συνδεθούν με τον κατώτατο μισθό και, σε ορισμένες περιπτώσεις, φορολογικές ελαφρύνσεις λόγω παιδιών.
Έτσι γεννιέται επικοινωνιακά ο «σχεδόν ένας μισθός». Με άθροισμα διαφορετικών μέτρων, διαφορετικών ετών και διαφορετικών αιτιών. Παίρνεις ένα κομμάτι από τον Απρίλιο του 2027, προσθέτεις το επίδομα του Δεκεμβρίου, βάζεις και την αύξηση του 2028 και παρουσιάζεις το τελικό σύνολο σαν μεγάλη άμεση ενίσχυση.
Η αριθμητική μπορεί να είναι σωστή. Η εικόνα που δημιουργείται, όμως, είναι βαθιά παραπλανητική.
Ο εργαζόμενος δεν θα πάρει έναν επιπλέον μισθό τον Δεκέμβριο. Θα πάρει λίγες εκατοντάδες ευρώ καθαρά και τα υπόλοιπα θα είναι μικρές μηνιαίες μεταβολές απλωμένες στον χρόνο.
Δεν επέστρεψε ο 13ος και ο 14ος μισθός
Εδώ βρίσκεται η ουσία που δεν πρέπει να χαθεί μέσα στους πανηγυρισμούς. Οι δημόσιοι υπάλληλοι δεν παίρνουν πίσω τον 13ο και τον 14ο μισθό. Δεν αποκαθίστανται τα δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα ούτε το επίδομα αδείας με τη μορφή που ίσχυε πριν από τις μνημονιακές περικοπές.
Αντί για δύο πρόσθετους μισθούς, θεσπίζεται ένα ενιαίο επίδομα 500 ευρώ μικτά τον χρόνο. Πρόκειται για υπαρκτή ενίσχυση, αλλά η απόσταση ανάμεσα στα δύο μεγέθη είναι τεράστια.
Η ΑΔΕΔΥ εξακολουθεί να ζητά την πραγματική επαναφορά του 13ου και του 14ου μισθού. Και δικαίως επιμένει ότι το ζήτημα είναι πλέον καθαρά πολιτικό. Το γεγονός ότι το επίδομα θα έχει μόνιμο χαρακτήρα αποδεικνύει, άλλωστε, πως όταν υπάρχει πολιτική απόφαση, βρίσκεται και δημοσιονομικός χώρος. Το ερώτημα είναι ποια προτεραιότητα επιλέγεται και μέχρι πού θέλει η κυβέρνηση να φτάσει.
Η ακρίβεια δεν περιμένει έως τον Δεκέμβριο του 2027
Το ετήσιο δημοσιονομικό κόστος του μέτρου υπολογίζεται, μαζί με τις εργοδοτικές εισφορές, περίπου στα 433 εκατομμύρια ευρώ. Δεν είναι αμελητέο ποσό. Δεν είναι, όμως, ούτε η μεγάλη μισθολογική αποκατάσταση που επιχειρείται να παρουσιαστεί.
Για έναν νεοδιόριστο εκπαιδευτικό που ψάχνει σπίτι σε νησί, έναν νοσηλευτή που εξαντλείται στις βάρδιες, έναν δημοτικό υπάλληλο ή έναν εργαζόμενο στην καθαριότητα, τα 300 ή 380 ευρώ καθαρά τον χρόνο δεν ανατρέπουν την καθημερινότητα. Μπορούν να καλύψουν έναν λογαριασμό, ένα μέρος του ενοικίου ή τις γιορτινές ανάγκες μιας οικογένειας. Δεν καλύπτουν, όμως, τη σωρευμένη απώλεια εισοδήματος ούτε την έκρηξη του κόστους ζωής.
Γι’ αυτό χρειάζονται καθαρές κουβέντες.
Ναι, το μόνιμο επίδομα είναι καλύτερο από το τίποτα. Όχι, δεν είναι δώρο Χριστουγέννων με την πραγματική έννοια του όρου. Όχι, δεν είναι 13ος μισθός. Και ασφαλώς δεν είναι «σχεδόν ένας ακόμη μισθός», εκτός αν στην ίδια εξίσωση στοιβάξουμε δύο χρόνια αυξήσεων, φοροελαφρύνσεων και μελλοντικών υποσχέσεων.
Τα 500 ευρώ της βιτρίνας γίνονται έως και 257 ευρώ στο ταμείο. Και το 2026 γίνεται τέλος του 2027 στο ημερολόγιο.
Ας κρατήσει, λοιπόν, η κυβέρνηση τα μεγάλα λόγια και ας δώσει στους δημοσίους υπαλλήλους αυτό που πραγματικά τους οφείλει: καθαρές αποδοχές που να επιτρέπουν αξιοπρεπή ζωή, ουσιαστική κάλυψη των απωλειών και ειλικρίνεια στους αριθμούς.
Γιατί οι αριθμοί μπορεί να στολίζονται. Η τσέπη, όμως, δεν χειροκροτεί.

