Οι γεννήσεις έπεσαν στις 65.594 το 2025, οι παραγωγικές ηλικίες συρρικνώνονται και η Στερεά Ελλάδα χάνει τους νέους της ταχύτερα από τον εθνικό μέσο όρο – Το δημογραφικό δεν αντιμετωπίζεται με ένα επίδομα γέννησης
Η στιγμή κατά την οποία οι άνθρωποι άνω των 65 ετών ξεπέρασαν παγκοσμίως τα παιδιά ηλικίας έως πέντε ετών αποτελεί ιστορικό ορόσημο.
Για την Ελλάδα, όμως, δεν είναι είδηση από κάποιο μακρινό μέλλον. Είναι ήδη η καθημερινότητά της.
Φαίνεται στα σχολεία που χάνουν μαθητές, στα χωριά που κατοικούνται κυρίως από ηλικιωμένους, στις επιχειρήσεις που δεν βρίσκουν προσωπικό και στα νοσοκομεία της περιφέρειας που καλούνται να εξυπηρετήσουν έναν ολοένα γηραιότερο πληθυσμό με λιγότερους εργαζομένους.
Φαίνεται, κυρίως, στους αριθμούς των γεννήσεων.
Σύμφωνα με τα προσωρινά στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, το 2025 γεννήθηκαν στην Ελλάδα μόλις 65.594 παιδιά, έναντι 68.467 το 2024 και 84.764 το 2020. Μέσα σε πέντε χρόνια οι γεννήσεις μειώθηκαν κατά περίπου 22,6%.
Πτώση καταγράφηκε στις δώδεκα από τις δεκατρείς Περιφέρειες της χώρας. Μοναδική εξαίρεση ήταν η Κρήτη. Στοιχεία φυσικής κίνησης πληθυσμού της ΕΛΣΤΑΤ
Το δημογραφικό δεν είναι πλέον μια θεωρητική συζήτηση για το 2050. Είναι ο λογαριασμός που έχει αρχίσει να φτάνει σήμερα.
Ποιος θα πληρώνει τις συντάξεις;
Το ελληνικό ασφαλιστικό σύστημα στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στις εισφορές των σημερινών εργαζομένων και στη χρηματοδότηση από τον κρατικό προϋπολογισμό.
Όσο περιορίζεται ο αριθμός των εργαζομένων και αυξάνεται το βάρος των μεγαλύτερων ηλικιών, τόσο δυσκολότερη γίνεται η εξίσωση.
Οι προβολές της Ευρωπαϊκής Επιτροπής δείχνουν ότι ο πληθυσμός ηλικίας 20 έως 64 ετών στην Ελλάδα μπορεί να μειωθεί από περίπου 6,1 εκατομμύρια το 2022 σε 3,9 εκατομμύρια το 2070. Την ίδια περίοδο η απασχόληση προβλέπεται να υποχωρήσει από 4,15 εκατομμύρια σε περίπου 3,13 εκατομμύρια.
Η αναλογία συνταξιούχων προς εργαζομένους αναμένεται να επιδεινωθεί ιδιαίτερα έως τα μέσα του αιώνα. Ευρωπαϊκή Επιτροπή – Ελληνικό συνταξιοδοτικό σύστημα
Αυτό δεν σημαίνει ότι οι συντάξεις είναι καταδικασμένες να καταρρεύσουν. Σημαίνει, όμως, ότι η χώρα θα έχει λιγότερους ανθρώπους για να παράγουν, να πληρώνουν εισφορές και να χρηματοδοτούν τις δημόσιες υπηρεσίες.
Εάν δεν αυξηθούν η παραγωγικότητα, η νόμιμη απασχόληση και η συμμετοχή στην αγορά εργασίας, οι επιλογές θα γίνονται όλο και πιο σκληρές: μεγαλύτερη κρατική χρηματοδότηση, υψηλότερες εισφορές, πίεση στα όρια συνταξιοδότησης ή περιορισμός της πραγματικής αξίας των παροχών.
Και ο λογαριασμός δεν αφορά μόνο τις συντάξεις. Ένας γηραιότερος πληθυσμός χρειάζεται περισσότερες υπηρεσίες υγείας, φάρμακα, αποκατάσταση, κατ’ οίκον φροντίδα και κοινωνικές δομές.
Η αγορά εργασίας θα ψάχνει ανθρώπους
Η Ελλάδα συζητά συχνά για την ανεργία σαν να διαθέτει ανεξάντλητο εργατικό δυναμικό. Η πραγματικότητα αλλάζει.
Σε κρίσιμους κλάδους, όπως η γεωργία, ο τουρισμός, οι κατασκευές, η βιομηχανία, η υγεία και η φροντίδα ηλικιωμένων, οι ελλείψεις προσωπικού είναι ήδη ορατές.
Τα επόμενα χρόνια δεν θα λείπουν μόνο εξειδικευμένοι επιστήμονες. Θα λείπουν τεχνίτες, οδηγοί, νοσηλευτές, εργάτες γης, μηχανικοί, εκπαιδευτικοί και άνθρωποι που θα κρατούν ανοιχτές τις μικρές επιχειρήσεις.
Η τεχνολογία και η αυτοματοποίηση μπορούν να περιορίσουν μέρος του προβλήματος. Δεν μπορούν, όμως, να αντικαταστήσουν τον νοσηλευτή σε ένα περιφερειακό νοσοκομείο, τον γιατρό σε ένα Κέντρο Υγείας ή τον εργαζόμενο που κρατά ζωντανή μια παραγωγική μονάδα.
Η οργανωμένη προσέλκυση εργαζομένων από το εξωτερικό θα γίνει αναπόφευκτα μέρος της λύσης. Όχι με ανεξέλεγκτες και παράτυπες συνθήκες εργασίας, αλλά με νόμιμες διαδικασίες, πραγματικές ανάγκες της οικονομίας και πολιτικές ένταξης.
Παράλληλα, η χώρα οφείλει να δημιουργήσει λόγους επιστροφής για όσους νέους έφυγαν στο εξωτερικό. Το σύνθημα περί «brain gain» δεν αρκεί όταν οι μισθοί, η στέγαση και η επαγγελματική εξέλιξη εξακολουθούν να λειτουργούν αποτρεπτικά.
Η Στερεά Ελλάδα χάνει πρώτα τους νέους της
Η δημογραφική κρίση δεν κατανέμεται ομοιόμορφα. Η Αθήνα μπορεί να απορροφά πληθυσμό, επενδύσεις και υπηρεσίες. Η περιφέρεια, όμως, χάνει ταυτόχρονα νέους, εργαζομένους και οικογένειες.
Η Απογραφή του 2021 κατέγραψε μείωση του μόνιμου πληθυσμού της χώρας κατά 3,1% σε σύγκριση με το 2011. Στη Στερεά Ελλάδα η υποχώρηση έφτασε το 7,1%, υπερδιπλάσια του εθνικού ποσοστού.
Ακόμη πιο αποκαλυπτική είναι η ηλικιακή σύνθεση. Μέσα σε μία δεκαετία οι κάτοικοι ηλικίας 20 έως 29 ετών στη Στερεά μειώθηκαν κατά 30,2% και εκείνοι ηλικίας 30 έως 39 ετών κατά 27,4%. Τα παιδιά έως εννέα ετών περιορίστηκαν κατά 18,2%, ενώ οι κάτοικοι άνω των 80 αυξήθηκαν κατά 26,9%. Απογραφή 2021 – Στερεά Ελλάδα
Αυτή είναι η πραγματική εικόνα της ερήμωσης.
Δεν αδειάζει απλώς ένα χωριό. Φεύγουν οι ηλικίες που θα μπορούσαν να δημιουργήσουν οικογένεια, να ανοίξουν επιχείρηση, να καλλιεργήσουν τη γη και να στηρίξουν την τοπική οικονομία.
Έπειτα κλείνει το σχολείο επειδή δεν υπάρχουν παιδιά. Περιορίζεται το τραπεζικό κατάστημα, το ταχυδρομείο, η συγκοινωνία και η ιατρική κάλυψη επειδή «δεν υπάρχει αρκετός πληθυσμός». Και στο τέλος η έλλειψη υπηρεσιών διώχνει όσους απέμειναν.
Έτσι δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος εγκατάλειψης.
Τα επιδόματα δεν γεννούν από μόνα τους οικογένειες
Η δημογραφική πολιτική δεν μπορεί να εξαντλείται σε ένα επίδομα γέννησης και σε μερικές φορολογικές ελαφρύνσεις.
Ένα ζευγάρι δεν αποφασίζει να αποκτήσει δεύτερο ή τρίτο παιδί επειδή θα λάβει μία εφάπαξ ενίσχυση. Αποφασίζει όταν έχει σταθερή εργασία, αξιοπρεπή μισθό, προσιτή κατοικία, παιδικό σταθμό, σχολείο, γιατρό και βεβαιότητα ότι δεν θα πρέπει να εγκαταλείψει την περιφέρεια για να ζήσει στοιχειωδώς.
Η Ελλάδα χρειάζεται μόνιμη πολιτική στέγασης για νέους, ουσιαστική στήριξη της εργαζόμενης μητέρας, δωρεάν και επαρκείς υπηρεσίες φύλαξης παιδιών και ειδικά κίνητρα για οικογένειες που εγκαθίστανται σε περιοχές οι οποίες χάνουν πληθυσμό.
Χρειάζεται, επίσης, περιφερειακή ανάπτυξη που να δημιουργεί πραγματικές δουλειές και όχι μόνο εποχικές προσλήψεις και επιδοτούμενα σεμινάρια.
Διότι το δημογραφικό δεν θα λυθεί με επικοινωνιακές καμπάνιες. Θα κριθεί από το αν ένας νέος άνθρωπος μπορεί να εργαστεί, να στεγαστεί και να μεγαλώσει τα παιδιά του στη Χαλκίδα, στη βόρεια Εύβοια, στη Φθιώτιδα, στη Φωκίδα ή στην Ευρυτανία.
Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο ποιος θα πληρώνει τις αυριανές συντάξεις.
Είναι ποιος θα εργάζεται, ποιος θα παράγει και ποιος θα έχει απομείνει για να κρατήσει ζωντανή την Ελλάδα έξω από τα μεγάλα αστικά κέντρα.

