Η ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου–Ισραήλ θέτει ένα συγκεκριμένο ερώτημα: ποιος εξασφαλίζει ότι οι συμφωνίες θα γίνουν έργο, όταν εμφανίζονται τουρκικές πιέσεις;
Η εξωτερική πολιτική μιας χώρας κρίνεται την ώρα που πρέπει να εφαρμοστούν οι αποφάσεις της. Στην περίπτωση της ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας–Κύπρου–Ισραήλ, η ελληνική κυβέρνηση καλείται να αποδείξει ότι η διπλωματική προσέγγιση με την Τουρκία επιτρέπει την απρόσκοπτη προώθηση ενός στρατηγικού έργου. Εκεί αποκτά ουσιαστικό περιεχόμενο η συζήτηση για τον κατευνασμό: στο κατά πόσο η επιδίωξη της ηρεμίας συνοδεύεται από δυνατότητα αντιμετώπισης των πιέσεων.
Το Great Sea Interconnector προβλέπει τη σύνδεση Ελλάδας και Κύπρου και, σε επόμενο στάδιο, του Ισραήλ. Το καλωδιακό τμήμα Κρήτης–Κύπρου έχει ανατεθεί στη γαλλική Nexans, με σύμβαση που υπογράφηκε τον Ιούλιο του 2023. Η γαλλική παρουσία, επομένως, έχει συγκεκριμένο τεχνικό και συμβατικό περιεχόμενο.
Στις 5 Αυγούστου 2026 υπογράφηκε επίσης συμφωνία για την είσοδο της Meridiam ως πλειοψηφικού μετόχου στην εταιρεία του έργου, μαζί με συμφωνία μεταξύ GSI, ΑΔΜΗΕ και Nexans για τις αναγκαίες έρευνες βυθού. Ο ΑΔΜΗΕ διατηρεί, σύμφωνα με τη σχετική ανακοίνωση, την τεχνική καθοδήγηση της κατασκευής και την ευθύνη λειτουργίας της διασύνδεσης όταν ολοκληρωθεί. Πρόκειται για ουσιαστικά βήματα, τα οποία πρέπει να αξιολογηθούν από την πρόοδο που θα εξασφαλίσουν.
Η συμμετοχή γαλλικών επιχειρήσεων μπορεί να ενισχύσει το οικονομικό και πολιτικό βάρος του εγχειρήματος. Η προστασία, όμως, της δυνατότητας υλοποίησής του παραμένει ευθύνη των κρατών και των αρμόδιων θεσμών. Μια εμπορική σύμβαση δεν αποτελεί από μόνη της εγγύηση ότι οι γεωπολιτικές αντιδράσεις έχουν αντιμετωπιστεί.
Το προηγούμενο της Κάσου εξηγεί γιατί αυτή η διάκριση έχει σημασία. Για την παρουσία τουρκικών πολεμικών πλοίων κατά τις έρευνες του 2024, ο Γιώργος Γεραπετρίτης υποστήριξε δημόσια, στις 4 Οκτωβρίου εκείνης της χρονιάς, ότι τα πλοία αποχώρησαν, η προγραμματισμένη έρευνα ολοκληρώθηκε και καμία τουρκική αξίωση δεν αναγνωρίστηκε. Αυτή είναι η επίσημη ελληνική θέση και πρέπει να καταγράφεται καθαρά.
Η κυβέρνηση δεσμεύεται, συνεπώς, από τη δική της διαβεβαίωση. Οφείλει να εξασφαλίσει την αντίστοιχη συνέχεια στις επόμενες εργασίες, με σαφές χρονοδιάγραμμα και προετοιμασία για ενδεχόμενη επανάληψη των πιέσεων. Η επίκληση μιας επιτυχούς διαχείρισης στο παρελθόν δημιουργεί υποχρέωση συνέπειας στο παρόν.
Υπάρχει, μάλιστα, μια ακόμη ενδιαφέρουσα παραδοχή στην ίδια συνέντευξη. Ο υπουργός είχε αναγνωρίσει ότι, έπειτα από δεκάδες γύρους διερευνητικών επαφών, δεν είχε επιτευχθεί πρόοδος στην οριοθέτηση, ενώ οι τουρκικές αξιώσεις είχαν ενταθεί με την πάροδο του χρόνου. Η ανάγκη αποτίμησης των επιλογών προηγούμενων ετών προκύπτει, επομένως, και από την ίδια την κυβερνητική περιγραφή.
Αυτό είναι το ουσιαστικό πεδίο της κριτικής. Όταν η διατήρηση ενός καλού κλίματος γίνεται βασικό κριτήριο επιτυχίας, υπάρχει ο κίνδυνος να υποβαθμιστεί το ερώτημα τι μπορεί τελικά να πραγματοποιήσει η χώρα. Η διπλωματική αποκλιμάκωση αποκτά διαρκή αξία όταν συνοδεύεται από πρακτικά αποτελέσματα, σεβασμό των δικαιωμάτων και δυνατότητα εκτέλεσης των συμφωνημένων έργων.
Βεβαίως, η διασύνδεση έχει και χρηματοδοτικές, τεχνικές και ρυθμιστικές απαιτήσεις. Ενδεικτικά, τον Αύγουστο του 2026 ο ΑΔΜΗΕ ανακοίνωσε την υποβολή αιτήματος επενδυτικής έγκρισης για το σκέλος Κύπρου–Ισραήλ, με την τελική επενδυτική απόφαση να αποτελεί επόμενο βήμα μετά τη συμφωνία των χωρών. Η απόδοση κάθε εκκρεμότητας αποκλειστικά στην Τουρκία θα έκρυβε μέρος της πραγματικής εικόνας.
Ακριβώς γι’ αυτό χρειάζονται συγκεκριμένες απαντήσεις: ποιες εργασίες εκκρεμούν, ποια εμπόδια είναι οικονομικά, ποια γεωπολιτικά και ποιος αναλαμβάνει να τα αντιμετωπίσει; Η ενημέρωση αυτή επιτρέπει στους πολίτες να κρίνουν την κυβερνητική αποτελεσματικότητα και αποτρέπει τη μετατροπή κάθε νέας συμφωνίας σε πρόωρο πανηγυρισμό.
Το καλώδιο θα αποτελέσει μέτρο αξιοπιστίας της ελληνικής πολιτικής. Εφόσον προχωρήσει με προστατευμένο τον σχεδιασμό του και σαφείς όρους υλοποίησης, οι κυβερνητικές διαβεβαιώσεις θα αποκτήσουν αντίκρισμα. Αν η πρόοδός του εξαρτάται διαρκώς από την αποφυγή μιας τουρκικής αντίδρασης, η κριτική περί κατευνασμού θα ενισχύεται από τα ίδια τα αποτελέσματα.
Τεκμηρίωση:

