Το δίκτυο άνω των 3 δισ. ευρώ θα συνδέσει Patriot, SPYDER, BARAK MX και David’s Sling – Πλήρης ανάπτυξη σε 35 μήνες, ελληνική συμμετοχή άνω του 25% και πρόσβαση στον πηγαίο κώδικα
Ελλάδα και Ισραήλ αναμένεται να υπογράψουν σήμερα, Δευτέρα 31 Αυγούστου, στο Τελ Αβίβ τις συμφωνίες που ενεργοποιούν την «Ασπίδα του Αχιλλέα», το μεγαλύτερο και πιο σύνθετο πρόγραμμα αεράμυνας που έχει επιχειρήσει μέχρι σήμερα η χώρα.
Δεν πρόκειται για την αγορά ενός ακόμη οπλικού συστήματος ούτε για την αντιγραφή του ισραηλινού «Σιδερένιου Θόλου». Πρόκειται για ένα ενιαίο δίκτυο αισθητήρων, ραντάρ, κέντρων διοίκησης και διαφορετικών αναχαιτιστικών μέσων, το οποίο θα πρέπει να εντοπίζει, να αξιολογεί και να αντιμετωπίζει απειλές που εκτείνονται από μικρά drones και αεροσκάφη έως πυραύλους cruise και βαλλιστικούς πυραύλους.
Οι υπογραφές αναμένεται να μπουν ανάμεσα στη Γενική Διεύθυνση Αμυντικών Εξοπλισμών και Επενδύσεων του ελληνικού υπουργείου Εθνικής Άμυνας, την ισραηλινή SIBAT και τους αμυντικούς φορείς και τις εταιρείες που συμμετέχουν στο πρόγραμμα, χωρίς την παρουσία πολιτικών προσώπων.
Τι πραγματικά αγοράζει η Ελλάδα
Η «Ασπίδα του Αχιλλέα» δεν είναι ένα έτοιμο προϊόν που θα εγκατασταθεί αυτούσιο στην Ελλάδα. Η ουσία της βρίσκεται στη διασύνδεση διαφορετικών συστημάτων σε μία κοινή αρχιτεκτονική διοίκησης και ελέγχου.
Στο δίκτυο προβλέπεται να ενταχθούν υφιστάμενες ελληνικές δυνατότητες, όπως οι Patriot και τα μέσα αντιμετώπισης μη επανδρωμένων αεροσκαφών, μαζί με νέα ισραηλινά συστήματα διαφορετικού βεληνεκούς.
Οι πιο πρόσφατες συγκλίνουσες πληροφορίες προσδιορίζουν ως βασικά ισραηλινά συστήματα:
- το SPYDER της Rafael για τη χαμηλή και μικρού βεληνεκούς ζώνη,
- το BARAK MX της Israel Aerospace Industries για απειλές μέσου και εκτεταμένου βεληνεκούς,
- το David’s Sling για την ανώτερη βαθμίδα και την αντιμετώπιση πιο σύνθετων πυραυλικών απειλών.
Αυτό έχει σημασία, επειδή στη δημόσια συζήτηση κυκλοφόρησαν συγκεχυμένες αναφορές για Spike και για χερσαίες ή πλωτές συστοιχίες Iron Dome. Το Spike είναι πρωτίστως κατευθυνόμενο αντιαρματικό και επιθετικό βλήμα, όχι σύστημα αεράμυνας. Παράλληλα, το μέχρι σήμερα παρουσιασμένο ελληνικό πρόγραμμα δεν αφορά απευθείας αγορά του Iron Dome, αλλά διαφορετική αρχιτεκτονική προσαρμοσμένη στη γεωγραφία και στις αποστάσεις της ελληνικής επικράτειας.
Το κρίσιμο σύστημα διοίκησης
Η πραγματική αλλαγή δεν βρίσκεται μόνο στα βλήματα. Βρίσκεται στο ενοποιημένο σύστημα διοίκησης και ελέγχου, το οποίο θα συλλέγει πληροφορίες από διαφορετικούς αισθητήρες, θα τις επεξεργάζεται, θα ιεραρχεί τις απειλές και θα προτείνει το κατάλληλο μέσο αντιμετώπισης.
Ο υπουργός Εθνικής Άμυνας Νίκος Δένδιας έχει περιγράψει αυτή τη λειτουργία με τον όρο C5ISRT: διοίκηση, έλεγχος, υπολογιστική επεξεργασία, επικοινωνίες, κυβερνοχώρος, πληροφορίες, επιτήρηση, αναγνώριση και στόχευση.
Με απλά λόγια, ο στόχος είναι ένα ραντάρ, ένα πλοίο, ένα αεροσκάφος ή ένας άλλος αισθητήρας να μην λειτουργεί απομονωμένα. Τα δεδομένα θα πρέπει να μεταφέρονται σε κοινή επιχειρησιακή εικόνα, ώστε ένα μικρό drone να μη χρειάζεται να αντιμετωπίζεται με πανάκριβο αναχαιτιστή μεγάλου βεληνεκούς και ένας βαλλιστικός πύραυλος να μη βρίσκει κατακερματισμένη την ελληνική άμυνα.
Το ΥΠΕΘΑ αναφέρει ότι το σύστημα θα προτείνει την κατάλληλη αντίδραση. Δεν έχει ανακοινώσει ότι η τελική απόφαση εμπλοκής θα αφαιρεθεί από τον ανθρώπινο χειριστή.
Άνω των 3 δισ. ευρώ – Όχι επιβεβαιωμένα 3,6 δισ.
Και στο κόστος απαιτείται ακρίβεια.
Ο Νίκος Δένδιας δήλωσε επισήμως στις 23 Ιουλίου ότι το συνολικό ποσό για τα αντιαεροπορικά συστήματα υπερβαίνει «κατά ελάχιστα» τα 3 δισ. ευρώ. Οι νεότερες πληροφορίες τοποθετούν τη συμφωνία περίπου στα 3,1 δισ. ευρώ, ενώ σε προηγούμενες διεθνείς αναφορές είχε εμφανιστεί ανώτατη εκτίμηση έως 3,5 δισ. ευρώ, ανάλογα με τα πυρομαχικά, την υποστήριξη και την τελική διαμόρφωση.
Το ποσό των 3,6 δισ. που αναπαράχθηκε σε ορισμένα δημοσιεύματα φαίνεται να προκύπτει από σύγχυση ανάμεσα σε ευρώ και δολάρια: τα 3,1 δισ. ευρώ αντιστοιχούν περίπου σε 3,6 δισ. δολάρια με τις ισοτιμίες που χρησιμοποιήθηκαν στα σχετικά ισραηλινά δημοσιεύματα.
Το επίσημο χρονοδιάγραμμα προβλέπει σταδιακές παραδόσεις και πλήρη επιχειρησιακή ετοιμότητα σε 35 μήνες. Το ΥΠΕΘΑ είχε θέσει αυτό το ορόσημο ήδη από την έγκριση του προγράμματος από το ΚΥΣΕΑ στις 23 Ιουλίου, επομένως μένει να αποσαφηνιστεί αν η τελική σύμβαση μετακινεί ή διατηρεί την ίδια αφετηρία.
Το 25% δεν πρέπει να μείνει αριθμός σε δελτίο Τύπου
Η ελληνική συμμετοχή προβλέπεται να υπερβεί το 25%, με έργο αξίας άνω των 700 εκατ. ευρώ. Δημοσιεύματα αναφέρουν ότι περίπου δώδεκα ελληνικές επιχειρήσεις θα συμμετάσχουν σε παραγωγή εξαρτημάτων, ηλεκτρονικά, λογισμικό, εγκαταστάσεις, διασύνδεση αισθητήρων και τεχνική υποστήριξη.
Το ΥΠΕΘΑ έχει επίσης θέσει ως όρο την πρόσβαση στον πηγαίο κώδικα του συστήματος διοίκησης και ελέγχου. Πρόκειται για κρίσιμη παράμετρο. Χωρίς πραγματική δυνατότητα παρέμβασης στο λογισμικό, συντήρησης και εξέλιξης του συστήματος, η χώρα θα παρέμενε εξαρτημένη από τον ξένο προμηθευτή ακόμη και για τον πυρήνα της αεράμυνάς της.
Το ζητούμενο, επομένως, δεν είναι μόνο να εμφανιστεί ένα ποσοστό ελληνικής συμμετοχής. Είναι να γίνει γνωστό ποιο έργο θα εκτελεστεί στην Ελλάδα, ποιες εταιρείες θα το αναλάβουν, ποια τεχνογνωσία θα μείνει στη χώρα και ποια δυνατότητα παραγωγής και υποστήριξης θα υπάρχει μετά την ολοκλήρωση της σύμβασης.
Η παράλληλη στρατιωτική βοήθεια στον Λίβανο
Την ίδια περίοδο, η Ελλάδα παρέδωσε στον στρατό του Λιβάνου δεύτερη παρτίδα στρατιωτικού υλικού: 13 τεθωρακισμένα οχήματα μεταφοράς προσωπικού M113, 10 φορτηγά Steyr 680M και ανταλλακτικά.
Η κίνηση εντάσσεται στη διαχρονικότερη ελληνική αμυντική διπλωματία και ακολούθησε αντίστοιχη πρώτη παράδοση τον Ιανουάριο. Η χρονική γειτνίαση με τη συμφωνία στο Τελ Αβίβ μπορεί να διαβαστεί πολιτικά, αλλά δεν υπάρχει επίσημο στοιχείο που να αποδεικνύει ότι η βοήθεια προς τον Λίβανο σχεδιάστηκε ως αντιστάθμισμα ή ως επικοινωνιακή εξισορρόπηση της συνεργασίας με το Ισραήλ.
Η ασπίδα θα κριθεί στην επιχειρησιακή πράξη
Η συμφωνία είναι σημαντική. Δεν δημιουργεί, όμως, από μόνη της αδιαπέραστο ουρανό.
Η αποτελεσματικότητα της «Ασπίδας του Αχιλλέα» θα εξαρτηθεί από τον αριθμό των εκτοξευτών και των διαθέσιμων αναχαιτιστών, τη διασπορά των μονάδων, την αντοχή του δικτύου σε κυβερνοεπιθέσεις και ηλεκτρονικό πόλεμο, την εκπαίδευση του προσωπικού, τη συντήρηση και την ταχύτητα αναπλήρωσης των πυρομαχικών σε μια παρατεταμένη κρίση.
Οι υπογραφές ανοίγουν τον δρόμο. Η πραγματική αποτροπή, όμως, δεν μετριέται με δισεκατομμύρια και παρουσιάσεις. Μετριέται με επιχειρησιακή διαθεσιμότητα, επάρκεια πυρομαχικών, εθνικό έλεγχο του συστήματος και ικανότητα να λειτουργήσει όταν όλα τα υπόλοιπα δοκιμάζονται.

