Η κατάληψη της Μόκα και της Περίμ ενισχύει την απειλή για τη ναυσιπλοΐα και αποκαλύπτει σοβαρά προβλήματα στον συνασπισμό που στηρίζει την κυβέρνηση της Υεμένης.
Η κατάληψη του λιμανιού της Μόκα και της νήσου Περίμ από τους Χούθι μεταφέρει την κρίση της Υεμένης στην καρδιά ενός κρίσιμου θαλάσσιου περάσματος. Οι υποστηριζόμενες από το Ιράν δυνάμεις ενισχύουν τη θέση τους στο Μπαμπ ελ Μαντέμπ, στην είσοδο της Ερυθράς Θάλασσας, αυξάνοντας τη δυνατότητά τους να απειλούν τη διεθνή ναυσιπλοΐα.
Πίσω από τη στρατιωτική εξέλιξη αναδύεται μια κρίση αξιοπιστίας για όσους είχαν αναλάβει να στηρίξουν την άμυνα της περιοχής. Στο ρεπορτάζ του CNN, όπως μεταφέρεται στο ελληνικό δημοσίευμα, περιγράφονται εκκλήσεις για βοήθεια, ενισχύσεις που δεν έφτασαν την κρίσιμη ώρα και στρατιωτικές μονάδες με μεγάλες αποκλίσεις ανάμεσα στην καταγεγραμμένη και την πραγματική δύναμή τους.
Η αεροπορική κάλυψη που, σύμφωνα με τις καταγγελίες, δεν έφτασε
Υψηλόβαθμη πηγή της Υεμένης υποστηρίζει ότι, ενώ εξελισσόταν η επίθεση στη Μόκα, ζητήθηκε επειγόντως αεροπορική υποστήριξη. Κατά την ίδια μαρτυρία, η επικοινωνία με την αμερικανική Κεντρική Διοίκηση συνοδεύτηκε από διαβεβαιώσεις ότι η σαουδαραβική βοήθεια αναμενόταν.
Η υποστήριξη, σύμφωνα με την καταγγελία, δεν εκδηλώθηκε εγκαίρως. Άλλες πηγές αποδίδουν την αποτυχία σε καθυστερήσεις αποφάσεων και στην απουσία του προσωπικού που απαιτούνταν για τον συντονισμό των αεροπορικών επιχειρήσεων.
Πρόκειται για μαρτυρίες που χρειάζονται σαφείς επίσημες απαντήσεις. Το κρίσιμο ερώτημα είναι συγκεκριμένο: ποιος είχε την ευθύνη να ενεργοποιήσει την υποστήριξη και τι εμπόδισε την παροχή της;
Το δημοσίευμα μεταφέρει επίσης πληροφορία ότι ο Ντόναλντ Τραμπ απέρριψε αίτημα του Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν για αμερικανικά πλήγματα. Η απάντηση του Λευκού Οίκου περιορίστηκε στις γενικές προτεραιότητες της ελευθερίας της ναυσιπλοΐας και της ανάληψης μεγαλύτερου ρόλου από τους περιφερειακούς εταίρους, χωρίς να επιβεβαιώνει ρητά τη συγκεκριμένη περιγραφή των συνομιλιών.
Η άμυνα είχε προβλήματα πριν αρχίσει η επίθεση
Η συζήτηση για την ευθύνη δεν εξαντλείται στην Ουάσιγκτον και στο Ριάντ. Ο αναλυτής Μοχάμεντ αλ-Μπάσα επισημαίνει τις εσωτερικές διαιρέσεις και την απουσία ενιαίας διοίκησης στις δυνάμεις που αντιμάχονται τους Χούθι.
Ιδιαίτερα σοβαρός είναι ο ισχυρισμός δυτικής πηγής ότι η πραγματική δύναμη των μονάδων αντιστοιχούσε περίπου στο 20% της εμφανιζόμενης στα έγγραφα, με καταλόγους μισθοδοσίας που περιλάμβαναν ανθρώπους οι οποίοι δεν υπηρετούσαν. Ο αριθμός αποτελεί καταγγελία της συγκεκριμένης πηγής, όχι δημοσιοποιημένο αποτέλεσμα ανεξάρτητου ελέγχου.
Στην ίδια εικόνα προστίθεται η αναφερόμενη αποχώρηση των τελευταίων δυνάμεων των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, χωρίς επαρκή κάλυψη του κενού. Εφόσον επιβεβαιώνονται αυτές οι περιγραφές, η κατάρρευση αναδεικνύει αποτυχία προετοιμασίας, στελέχωσης και συντονισμού.
Το διακύβευμα ξεπερνά την Υεμένη
Η ενίσχυση των Χούθι στην περιοχή μπορεί να αυξήσει την πίεση στις θαλάσσιες μεταφορές και να επιβαρύνει το κόστος ασφάλισης και μετακίνησης εμπορευμάτων, εάν ακολουθήσουν νέες επιθέσεις ή εκτροπές δρομολογίων.
Η κατοχή στρατηγικών θέσεων δεν ισοδυναμεί αυτομάτως με πλήρη έλεγχο του στενού από την Τεχεράνη ούτε αποδεικνύει ότι η δίοδος έχει κλείσει. Δημιουργεί, όμως, πρόσθετες δυνατότητες απειλής και πολιτικής πίεσης.
Οι αλληλοκατηγορίες δεν αποκαθιστούν την ασφάλεια. Εκείνο που μένει να αποδειχθεί είναι αν οι σύμμαχοι της κυβέρνησης της Υεμένης μπορούν να συγκροτήσουν αποτελεσματική κοινή αντίδραση — και αν θα εξηγήσουν πώς οι προειδοποιήσεις που επικαλούνται οι πηγές κατέληξαν σε τόσο περιορισμένη επιχειρησιακή ανταπόκριση.

