Οι διαψεύσεις για την προειδοποίηση που αποδόθηκε στη CIA επαναφέρουν ένα κρίσιμο ερώτημα: με ποια στοιχεία καλούνται οι ευρωπαϊκές κοινωνίες να αποδεχθούν την κλιμάκωση;
Μια πληροφορία για επικείμενη επίθεση μπορεί να τρομοκρατήσει εκατομμύρια ανθρώπους πριν προλάβει κάποιος να ελέγξει ποιος την έδωσε και τι ακριβώς αποδεικνύει. Όταν αφορά ενδεχόμενη σύγκρουση της Ρωσίας με ευρωπαϊκές χώρες, η δημοσίευσή της απαιτεί τη μέγιστη ευθύνη. Η επίκληση μυστικών υπηρεσιών δεν απαλλάσσει κανέναν από αυτήν.
Η πρόσφατη υπόθεση του συναγερμού για πιθανά ρωσικά πλήγματα κατά της Ιταλίας, της Γαλλίας και της Ισπανίας δείχνει ακριβώς το πρόβλημα. Στις 24 Σεπτεμβρίου, δημοσίευμα της El Mundo απέδωσε στην αμερικανική υπηρεσία πληροφοριών προειδοποίηση για επιθέσεις με drones από τη θάλασσα, επικαλούμενο πληροφορίες από λιθουανικές πηγές. Ο Ιταλός υπουργός Άμυνας Γκουίντο Κροσέτο δήλωσε ότι ο συγκεκριμένος συναγερμός δεν επιβεβαιώνεται. Ο Εμανουέλ Μακρόν διέψευσε ότι η CIA είχε ενημερώσει τη Γαλλία για τέτοια επιχείρηση.
Αυτές οι δηλώσεις απαιτούν απαντήσεις. Πώς μεταφέρθηκε η πληροφορία; Ποιο μέρος της ελέγχθηκε; Ποιος ανέλαβε την ευθύνη να παρουσιαστεί ως προειδοποίηση της CIA; Και όσοι την αναπαρήγαγαν, ενημέρωσαν με την ίδια σαφήνεια το κοινό τους για τις διαψεύσεις;
Η παρέμβαση του Μάρκο Τραβάλιο, στο κείμενο «Ποιος δηλητηριάζει τα πηγάδια;» που παρατίθεται στην ελληνική μετάφραση, θέτει το ζήτημα με ιδιαίτερα επιθετικούς όρους. Υποστηρίζει ότι διαδοχικοί συναγερμοί χρησιμοποιούνται για να ενισχύσουν την πολεμική κλιμάκωση, να εξασφαλίσουν περισσότερα χρήματα και όπλα και να απαξιώσουν όσους διαφωνούν.
Πρόκειται για βαριά πολιτική καταγγελία. Η απόδοση οργανωμένης κατασκευής ψευδών ειδήσεων σε συγκεκριμένες κυβερνήσεις χρειάζεται δικά της αποδεικτικά στοιχεία. Δεν προκύπτει αυτομάτως από τη διάψευση μιας προειδοποίησης. Η ίδια απαίτηση τεκμηρίωσης οφείλει να ισχύει για όλους, διαφορετικά η κριτική στην προπαγάνδα καταλήγει να υιοθετεί τις μεθόδους της.
Υπάρχουν, ωστόσο, συγκεκριμένες υποθέσεις που δικαιολογούν αυστηρό έλεγχο. Στην περίπτωση των αναφορών για ρωσικό drone στην περιοχή Ίσπρα–Βερτζάτε της Ιταλίας, η Corriere della Sera περιέγραψε τον Δεκέμβριο του 2025 μια εντελώς διαφορετική κατάληξη της έρευνας: ψευδείς ενδείξεις, συνδεδεμένες με τη λειτουργία του συστήματος ανίχνευσης και με οικιακό ενισχυτή σήματος κινητής τηλεφωνίας. Η εισαγγελία του Μιλάνου είχε ζητήσει την αρχειοθέτηση της υπόθεσης.
Αυτό το περιστατικό δεν αρκεί για να ακυρώσει κάθε προειδοποίηση ασφαλείας. Αρκεί όμως για να εκθέσει την ευκολία με την οποία μια τεχνική ένδειξη μπορεί να αποκτήσει εθνικότητα, πρόθεση και γεωπολιτικό νόημα πριν ολοκληρωθεί η έρευνα.
Αντίστοιχα, ο Μακρόν, ενώ διέψευσε τη συγκεκριμένη ενημέρωση από τη CIA, διατήρησε την προειδοποίησή του για ενδεχόμενες ρωσικές ενέργειες κατά ευρωπαϊκών χωρών. Η διάκριση έχει σημασία: άλλο η διάψευση ενός συγκεκριμένου δημοσιεύματος και άλλο η συνολική εκτίμηση μιας απειλής. Η έντιμη ενημέρωση οφείλει να μεταφέρει και τα δύο.
Το πολιτικό πρόβλημα αρχίζει όταν ζητείται από τους πολίτες να παρακάμψουν αυτές τις διακρίσεις. Να αποδεχθούν κάθε διαρροή ως απόδειξη, κάθε στρατιωτική επιλογή ως μονόδρομο και κάθε ερώτημα ως ένδειξη ύποπτων συμπαθειών.
Η ερώτηση «πού είναι τα στοιχεία;» αποτελεί στοιχειώδη δημοκρατική απαίτηση. Όποιος εισηγείται εξοπλισμούς, οικονομικές δεσμεύσεις ή αποφάσεις που αυξάνουν τον κίνδυνο σύγκρουσης οφείλει να εξηγεί τι γνωρίζει, πόσο βέβαιος είναι και ποιες εναλλακτικές έχει εξετάσει. Το απόρρητο επιβάλλει όρια στη δημόσια ενημέρωση, αλλά δεν μπορεί να καταργεί τον κοινοβουλευτικό έλεγχο.
Η απαίτηση αφορά εξίσου την Ελλάδα. Η κυβέρνηση οφείλει να αιτιολογεί τις επιλογές της με βάση την ασφάλεια της χώρας και να λογοδοτεί για το κόστος και τις συνέπειές τους. Οι συμμαχικές υποχρεώσεις χρειάζονται πολιτική εξήγηση. Οι πολίτες δικαιούνται να γνωρίζουν τι αναλαμβάνεται στο όνομά τους.
Και τα μέσα ενημέρωσης έχουν συγκεκριμένη υποχρέωση: όταν ένας συναγερμός διαψεύδεται ή αποδεικνύεται ανεπιβεβαίωτος, η διόρθωση πρέπει να φτάνει στους ανθρώπους που διάβασαν τον αρχικό τίτλο. Η αξιοπιστία κρίνεται και από την προθυμία να διορθώσεις αυτό που ήδη δημοσίευσες.
Όποιος ζητά από μια κοινωνία να προετοιμαστεί για πόλεμο, της οφείλει αποδείξεις και λογοδοσία. Η σοβαρότητα της απειλής κάνει αυτή την υποχρέωση αυστηρότερη.

