Η ντροπή ξεκινάει όταν ο πολίτης καλείται να συνηθίσει την ιδέα ότι, την ώρα που ελέγχεται η διαχείριση δημόσιου χρήματος, μπορούν να αλλάζουν οι κανόνες με τρόπο που ενδέχεται να ευνοεί τους ελεγχόμενους. Και γίνεται μεγαλύτερη όταν η απαίτηση για εξηγήσεις αντιμετωπίζεται σαν ενόχληση που πρέπει να περάσει μέχρι τις επόμενες κάλπες.
Το πρωτοσέλιδο της «Εστίας» για τον ΟΠΕΚΕΠΕ θέτει ακριβώς αυτό το βαρύ πολιτικό ερώτημα. Η εφημερίδα καταγγέλλει ότι η επίμαχη νομοθετική παρέμβαση μπορεί να λειτουργήσει προστατευτικά για εμπλεκομένους σε υποθέσεις αγροτικών επιδοτήσεων, με προεκτάσεις και σε πολιτικά πρόσωπα.
Σύμφωνα με το δημοσίευμα, η διάταξη αφορά αιτήσεις ενίσχυσης της περιόδου 2018–2022 και τον τρόπο με τον οποίο λαμβάνονται υπόψη οι δασικοί χάρτες στην αξιολόγησή τους. Η εφημερίδα εκτιμά ότι έτσι αποδυναμώνεται το έδαφος συγκεκριμένων ελέγχων. Πρόκειται για καταγγελία και ερμηνεία της ρύθμισης· δεν αποτελεί επιβεβαίωση ότι εκδόθηκαν αθωωτικές αποφάσεις ή ότι σταμάτησαν οι έρευνες.
Ακριβώς γι’ αυτό χρειάζονται απαντήσεις. Ποιους καλύπτει η ρύθμιση; Τι αλλάζει στις εκκρεμείς υποθέσεις; Πώς διασφαλίζεται ότι η διόρθωση μιας διοικητικής αστοχίας δεν θα γίνει ευκαιρία διαφυγής για όποιον υπέβαλε ψευδή στοιχεία;
Πριν ζητήσετε ξανά την ψήφο των πολιτών, εξηγήστε τους ποιος ωφελείται και γιατί.
Ο αγρότης που καταθέτει αληθινά στοιχεία δικαιούται να ξέρει ότι η συνέπειά του έχει αξία. Ότι ο έλεγχος εφαρμόζεται με τα ίδια μέτρα. Ότι η πολιτική γνωριμία δεν μπορεί να γίνει υποκατάστατο των προϋποθέσεων μιας επιδότησης.
Και ο φορολογούμενος δικαιούται κάτι περισσότερο από διαβεβαιώσεις περί νομιμότητας. Δικαιούται να δει ποια ποσά καταβλήθηκαν σωστά, ποια πρέπει να επιστραφούν και ποιες ευθύνες προκύπτουν από τα πραγματικά στοιχεία.
Αν η παρέμβαση προστατεύει αποκλειστικά παραγωγούς που αδικήθηκαν από διοικητικά λάθη, η κυβέρνηση οφείλει να το αποδείξει με σαφείς όρους και συγκεκριμένα δεδομένα. Αν αφήνει περιθώρια να ωφεληθούν καταχρηστικές πρακτικές, οφείλει να τα κλείσει. Η κοινοβουλευτική πλειοψηφία δεν απαλλάσσει κανέναν από αυτή την υποχρέωση.
Η ψήφος δεν είναι προκαταβολική συγχώρεση. Ούτε εξουσιοδότηση να μένουν τα δύσκολα ερωτήματα αναπάντητα.
Το πολιτικά εξοργιστικό θα ήταν να θεωρηθεί αρκετό ότι μια διάταξη μπορεί να ψηφιστεί, χωρίς να εξηγείται πειστικά ποια δικαιοσύνη υπηρετεί. Εκεί αρχίζει η απαξίωση. Εκεί ο πολίτης αισθάνεται ότι του ζητούν να πληρώνει, να συμμορφώνεται και τελικά να χειροκροτεί.
Και ύστερα θέλουν και ψήφο. Για ποιο ακριβώς έργο λογοδοσίας;

