Σαράντα εννέα χρόνια από τον θάνατό της, οι τελευταίες ημέρες της μεγάλης Ελληνίδας σοπράνο φωτίζουν την ανθρώπινη πλευρά μιας ζωής που ταυτίστηκε με την όπερα.

Στις 16 Σεπτεμβρίου 1977, η Μαρία Κάλλας πέθανε στο διαμέρισμά της στο Παρίσι, σε ηλικία μόλις 53 ετών. Η κατοικία στη λεωφόρο Ζωρζ Μαντέλ 36 έγινε ο τελευταίος σταθμός μιας διαδρομής που είχε περάσει από τις σημαντικότερες λυρικές σκηνές του κόσμου. Σήμερα, σαράντα εννέα χρόνια αργότερα, η επέτειος επαναφέρει στο προσκήνιο τόσο το έργο της όσο και τη γυναίκα πίσω από τη δημόσια εικόνα της «Ντίβας».

Με αφορμή την επέτειο, ο Νίκος Παπίγκης, σε ανάρτησή του, αναδεικνύει τις τελευταίες ημέρες της Κάλλας στο Παρίσι, την απομόνωσή της και τους ανθρώπους που παρέμειναν κοντά της. Το κείμενο, του οποίου ο ίδιος υπογράφει τη μετάφραση, τη μεταφορά και την επεξεργασία, στρέφει το βλέμμα στην ανθρώπινη πλευρά της μεγάλης καλλιτέχνιδας.
Τα τελευταία χρόνια της ζωής της χαρακτηρίστηκαν από περιορισμό των δημόσιων εμφανίσεων και έντονη απομόνωση. Στο πλευρό της βρίσκονταν η οικονόμος Μπρούνα Λουπόλι και ο επί χρόνια μπάτλερ και οδηγός της, Φερούτσιο Μετσάντρι. Η μαρτυρία του τελευταίου περιγράφει μια γυναίκα ευγενική, με ισχυρό δεσμό με τους ανθρώπους που τη φρόντιζαν και βαθιά προσήλωση στο τραγούδι.
Η αποχώρησή της από τις εμφανίσεις είχε γίνει σταδιακά. Η τελευταία της συμμετοχή σε παράσταση όπερας ήταν στην «Τόσκα», στο Κόβεντ Γκάρντεν, στις 5 Ιουλίου 1965. Ακολούθησαν άλλες καλλιτεχνικές δραστηριότητες και η περιοδεία με τον τενόρο Τζουζέπε ντι Στέφανο. Η τελευταία δημόσια συναυλία της πραγματοποιήθηκε στις 11 Νοεμβρίου 1974, στο Σαπόρο της Ιαπωνίας.
Η σχέση της με τον Αριστοτέλη Ωνάση και ο γάμος του με την Τζάκι Κένεντι το 1968 απασχόλησαν επίμονα τη δημοσιότητα. Ωστόσο, η σύνθετη πορεία της Κάλλας δεν εξηγείται από ένα ερωτικό δράμα. Η προσωπική ζωή, οι φωνητικές δυσκολίες και η απομάκρυνση από το κοινό αποτέλεσαν διαφορετικές πλευρές μιας εμπειρίας που συχνά παρουσιάστηκε μέσα από υπεραπλουστεύσεις.
Ξεχωριστό κεφάλαιο υπήρξε η συνεργασία της με τον Πιερ Πάολο Παζολίνι στη «Μήδεια» του 1969. Στη μοναδική κινηματογραφική ερμηνεία της, ανέλαβε τον ομώνυμο ρόλο της τραγωδίας του Ευριπίδη. Η παρουσία της στην οθόνη αποτελεί πολύτιμο τεκμήριο της δραματικής δύναμης που διέθετε πέρα από το τραγούδι.
Ο θάνατός της αποδόθηκε σε καρδιακή προσβολή. Η εξόδιος ακολουθία τελέστηκε στις 20 Σεπτεμβρίου 1977, στον ελληνορθόδοξο ναό του Αγίου Στεφάνου, στην οδό Ζωρζ Μπιζέ στο Παρίσι. Ακολούθησε αποτέφρωση και, το 1979, η τέφρα της σκορπίστηκε στο Αιγαίο, σύμφωνα με την επιθυμία της.
Η μνήμη της αξίζει να επιστρέφει πρωτίστως στις ερμηνείες της. Εκεί διακρίνεται το μέγεθος της προσφοράς της: στον τρόπο με τον οποίο έδινε στις ηρωίδες της όπερας χαρακτήρα, ένταση και ανθρώπινη αλήθεια. Η ζωή της ολοκληρώθηκε πρόωρα σε ένα παριζιάνικο διαμέρισμα. Η φωνή της εξακολουθεί να συναντά νέους ακροατές.
Πηγή: Νίκος Παπίγκης — Μετάφραση, μεταφορά και επεξεργασία αρχικού κειμένου.

