Αν υποθέσουμε ότι ο νεοφασισμός διατηρεί τον επαναστατικό χαρακτήρα της αυθεντικής φασιστικής ιδεολογίας, ο Ηλίας Κασιδιάρης δεν φαίνεται να ανταποκρίνεται στις προδιαγραφές του. Το γραφικό θέαμα της αποφυλάκισής του, με τους ταλαίπωρους οπαδούς του να τον περιμένουν έξω από τη φυλακή για μυώδεις ανδρικές τρυφερότητες μπροστά στις κάμερες, αλλά και η προαναγγελία του νέου του κόμματος δεν έχουν τίποτα το επαναστατικό να επιδείξουν, τίποτα που δεν έχουμε δει, εμπεδώσει και απορρίψει ήδη. Ενας καταδικασμένος για διεύθυνση εγκληματικής οργάνωσης που ψάχνει νομικό «παραθυράκι» για να επανέλθει στην πολιτική δεν εμπνέει το ίδιο δέος με εκείνον που άλλοτε θα έσπαγε το παράθυρο για να «έρθει στα πράγματα» με το ζόρι. Ενας μεσήλικας Κασιδιάρης, ο οποίος αναμασάει τα κλισέ που εκστομίζουν όλες οι αντισυστημικές πολιτικές δυνάμεις περί πατρίδας, εθνικού συμφέροντος και κάθαρσης, δεν έχει πολλές ελπίδες να τις υποσκελίσει. Η κουβέντα για την επάνοδο του Κασιδιάρη έχει περισσότερη δυναμική από την ίδια την επάνοδο.
Απορροφητικό σύστημα
Αυτό δεν σημαίνει ότι ο Κασιδιάρης έπαψε να είναι πολιτικά επικίνδυνος και κοινωνικά δηλητηριώδης. Δεν σημαίνει ότι η επαγρύπνηση των δημοκρατικών πολιτών έναντι όσων απειλούν τη δημοκρατία καθίσταται πια περιττή. Σημαίνει, όμως, ότι ο Κασιδιάρης, όπως και όλοι εκείνοι που κατά καιρούς αποπειρώνται να κονιορτοποιήσουν το σύστημα, έχει γίνει μέρος του, επομένως δεν το απειλεί ιδιαίτερα. Γι’ αυτό και τα κανάλια έσπευσαν (βλακωδώς) να καλύψουν κάθε λεπτομέρεια της επιστροφής του καταδικασμένου· γι’ αυτό και όσοι ανέμεναν την επιστροφή του (με φόβο ή συμπάθεια) έχουν βαλθεί να μας τον πλασάρουν ως ένα ακόμη προϊόν: επειδή ο Ηλίας Κασιδιάρης είναι πια κάτι αναγνωρίσιμο και απορροφήσιμο. Μια παθογένεια που το περίφημο σύστημα έχει επεξεργαστεί και για την οποία διαθέτει πια αρκετά αντισώματα, νομικά, κινηματικά, ηθικά. Στο μεταξύ, όσο περισσότερο απολαμβάνει ο αποφυλακισμένος το φως της ματαιοδοξίας του, τόσο περισσότερο χάνει τη σκοτεινή του αίγλη.
«Κανονικοποίηση»
Η αποφυλάκιση του πρώην χρυσαυγίτη επικαιροποίησε κυκλικές συζητήσεις στις οποίες η ελληνική «κοινή γνώμη» δεν χορταίνει να επιδίδεται τελετουργικά, ακριβώς επειδή είναι ατελέσφορες και, αντί αποτελέσματος, προσφέρουν αφορμές αυτοεπιβεβαίωσης. «Ποιος κανονικοποιεί τον Κασιδιάρη;» αναρωτιούνται με στόμφο εκείνοι που (παριστάνουν ότι) θίγονται από την επανεμφάνισή του. Το ερώτημα τίθεται τάχα ως προϊόν δημοκρατικής ευαισθησίας αλλά εμπεριέχει ανειλικρίνεια και πονηριά: για έναν περίεργο λόγο, τον Κασιδιάρη τον «κανονικοποιεί» πάντα ο αντίπαλος! Οι δεξιοί λένε δεξιές ανοησίες, οι δεξιοί πλειοψηφούν κοινοβουλευτικά, άρα οι δεξιοί με τις δεξιές πλειοψηφικές τους ανοησίες «κανονικοποιούν» τον ακροδεξιό Κασιδιάρη. Μα αν η Δεξιά προσέφερε τέτοια υπηρεσία στην Ακροδεξιά, θα την είχε αφομοιώσει. Ο Κασιδιάρης δεν θα είχε ατζέντα και κοινό, θα ανήκαν και τα δύο στους «κανονικοποιητές» του.
Αληθινή αγάπη
Τόσα χρόνια μετά τη γιγάντωση και την πτώση της Χρυσής Αυγής, κάποιοι αρνούνται ακόμη να καταλάβουν ότι η Ακροδεξιά δεν έχει ανάγκη την «κανονικοποίηση». Ισα ίσα, όσο πιο κανονική φαντάζει, τόσο λιγότερο πωρώνει το κοινό της. Είναι δυσάρεστο αλλά είναι αληθές: εκεί έξω υπάρχουν άνθρωποι που στ’ αλήθεια συμφωνούν με τον Κασιδιάρη. Δεν τους ωθεί κάποιος στην αγκαλιά του, μόνοι τους πηδούν εντός της. Βρίσκουν την ιδεολογία του σωστή, τις θέσεις του έγκυρες, τη συμπεριφορά του πρόσφορη. Η απόδοση αυτής της φυσικής έλξης σε στρατήγημα κάποιου άλλου απαλλάσσει τους πολίτες από την ευθύνη της επιλογής τους, διαστρέφει την πραγματικότητα και επιτείνει το πρόβλημα. Το να αρνείσαι την πολιτική ύπαρξη κάποιου δεν είναι και πολύ καλός τρόπος για να τον πείσεις να αλλάξει άποψη· είναι όμως εξαιρετική συνταγή για να ενισχύσεις το πείσμα του.
Διακρίσεις
Ομολογουμένως, δεν είναι όλοι όσοι υποστηρίζουν ακρότητες άνθρωποι των άκρων. Η Ακροδεξιά δεν ελκύει μόνο τους όμοιους, αλλά παρασύρει και τους ανόμοιους και απελπισμένους· τους απολίτικους που ψηφίζουν απερίσκεπτα, θυμωμένα ή αδιαφορώντας για τη μεγάλη εικόνα. Δεν είναι όμως και όλοι όσοι καταγγέλλουν την Ακροδεξιά αληθινοί πολέμιοί της. Κάποιοι τη θέλουν να υπάρχει γύρω τους, ώστε να υπάρχουν κι αυτοί ως το αντίθετό της· διαφορετικά, υπάρχει κίνδυνος να μην υπάρχουν καθόλου. Οσοι παρ’ όλα αυτά κόπτονται για τη μερίδα κόσμου που αποδεικνύεται ευάλωτη στα καλέσματα της Ακροδεξιάς και επιθυμούν να κάνουν κάτι γι’ αυτό, μπορούν να ξεκινήσουν από τον εαυτό τους. Σταματώντας, για παράδειγμα, να αποκαλούν τους πάντες, πλην των φίλων τους, ακροδεξιούς. Η διάκριση ανάμεσα στο δεξιό και στο ακροδεξιό, στο ακραίο και στο μη ακραίο είναι θεμελιώδες ανάχωμα στην άλωση των πάντων από τον πραγματικό (ή, έστω, τον χειρότερο) εχθρό. Η μανιχαϊστική ρητορική που τα θέλει όλα «ίσωμα» και εντοπίζει τον φασισμό οπουδήποτε (και σ’ αυτόν που κρατάει ιδέες και σ’ εκείνον που κρατάει μαχαίρι) καταργεί κάθε ηθικό δίλημμα στο μυαλό των επιρρεπών στα άκρα: αν όλοι, από το φιλελεύθερο Κέντρο και πέρα, είναι ακροδεξιοί, τότε γιατί να μην ψηφίσει Κασιδιάρη αυτός που θα ψήφιζε Κέντρο; Ισως αυτός, βέβαια, να είναι ο σκοπός της ακατάσχετης ακροδεξιολογίας.
Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

