Η εξουσία αντέχει τις καταγγελίες, τις φωνές και τις διαδηλώσεις. Εκείνο που δεν αντέχει είναι τη στιγμή που η κοινωνία παύει να τη φοβάται, να την πιστεύει και, τελικά, αρχίζει να γελά μαζί της.
Ξεχάστε τις εξεγέρσεις, τα παλλαϊκά ξεσηκώματα και τις θεαματικές πτώσεις που γράφονται με κεφαλαία γράμματα στα βιβλία της Ιστορίας.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν θα πέσει έτσι.
Δεν θα τον γκρεμίσει μια θυελλώδης νύχτα ούτε ένα πλήθος που θα πολιορκεί το Μέγαρο Μαξίμου. Το πιθανότερο είναι να συμβεί κάτι πολύ πιο ταπεινωτικό για έναν άνθρωπο που επένδυσε τα πάντα στην εικόνα του: να εξαϋλωθεί πολιτικά επειδή, κάποια στιγμή, δεν θα σημαίνει πια τίποτα.
Να υπάρχει στις οθόνες, αλλά να μην ακούγεται. Να εκφωνεί διαγγέλματα, αλλά ο πολίτης να αλλάζει κανάλι. Να παρουσιάζει σχέδια, μεταρρυθμίσεις και αριθμούς, αλλά η κοινωνία να απαντά με ένα αδιάφορο «πάμε παρακάτω».
Αυτή είναι η πιο σκληρή ήττα για κάθε πολιτικό brand: όχι να το πολεμούν, αλλά να παύουν να ασχολούνται μαζί του.
Το brand που σάπισε μέσα στη βιτρίνα
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης εμφανίστηκε ως ο «ενήλικος στο δωμάτιο». Ο τεχνοκράτης που ξέρει. Ο διαχειριστής που μετρά. Ο άνθρωπος που θα έβαζε τάξη σε μια χώρα η οποία, υποτίθεται, δεν ήξερε ούτε να οργανωθεί ούτε να κυβερνηθεί.
Το μήνυμα ήταν απλό: «Εγώ γνωρίζω καλύτερα από εσένα».
Εσύ μπορεί να καιγόσουν, να πνιγόσουν, να περίμενες σε ένα νοσοκομείο, να έβλεπες τον μισθό σου να εξανεμίζεται πριν τελειώσει ο μήνας. Εκείνος, όμως, είχε τους δείκτες, τα γραφήματα, τα dashboards και τη μεγάλη εικόνα.
Μόνο που η μεγάλη εικόνα έχει ένα ελάττωμα: από πολύ ψηλά οι άνθρωποι φαίνονται μικροί.
Κάπως έτσι ο υποσχόμενος εκσυγχρονιστής έδωσε σταδιακά τη θέση του σε έναν ψυχρό διαχειριστή. Σε έναν πολιτικό CEO που μιλά για επενδύσεις, επιδόσεις και ανάπτυξη, την ώρα που ένα μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας δεν ζητά θαύματα. Ζητά να μπορεί να πληρώσει το ρεύμα, να βρει γιατρό, να μεγαλώσει τα παιδιά του και να πιστέψει ότι υπάρχει επόμενη μέρα.
Το πρόβλημα δεν είναι ότι οι αριθμοί δεν έχουν σημασία. Είναι ότι κανένας αριθμός δεν μπορεί να λειτουργήσει ως κουβέρτα για έναν πολίτη που κρυώνει.
Η «αριστεία» βρήκε τους συγγενείς της
Από την πρώτη ημέρα, το μεγάλο αφήγημα ήταν η αριστεία. Οι καλύτεροι θα αντικαθιστούσαν τους κομματικούς, οι ικανοί τους βολεμένους, οι θεσμοί τις παρέες και η αξιολόγηση το ρουσφέτι.
Και ύστερα άνοιξε η αυλαία.
Πίσω από τη γυαλισμένη σκηνή εμφανίστηκε η παλιά Ελλάδα με καινούργιο κοστούμι: συγγενείς, αυλοκόλακες, επαγγελματίες χειροκροτητές, κομματικά παιδιά και ένα σύστημα που ανακάλυψε ότι το ρουσφέτι δεν είναι ντροπή, αρκεί να διαθέτει σύγχρονο λογότυπο.
Η «αριστεία» δεν καταργήθηκε. Απλώς έγινε οικογενειακή υπόθεση.
Και η περιβόητη σοβαρότητα μετατράπηκε σε ένα ατελείωτο επικοινωνιακό σκηνικό, όπου για κάθε αποτυχία υπάρχει μια δικαιολογία, για κάθε υπόθεση ένα πέπλο «θεσμικής διερεύνησης» και για κάθε πολιτική ευθύνη κάποιος άλλος που έφταιγε πριν.
Το ΠΑΣΟΚ, ο ΣΥΡΙΖΑ, η κλιματική κρίση, η διεθνής συγκυρία, ο κακός μας ο καιρός. Όλοι έχουν θέση στο κυβερνητικό λεξικό της ευθύνης.
Εκτός, βεβαίως, από την ίδια την κυβέρνηση.
Δεν πέφτεις όταν σε καταγγέλλουν
Ένας πρωθυπουργός δεν τελειώνει πολιτικά όταν τον βρίζουν. Η οργή, όσο μεγάλη κι αν είναι, εξακολουθεί να τον αναγνωρίζει ως αντίπαλο. Τον βάζει στο κέντρο. Τον θεωρεί ακόμη ισχυρό.
Το πραγματικό τέλος αρχίζει όταν η οργή γίνεται χλευασμός.
Όταν το διάγγελμα δεν προκαλεί θυμό, αλλά ειρωνικά χαμόγελα. Όταν οι βαρύγδουπες εξαγγελίες αντιμετωπίζονται σαν ακόμη ένα διαφημιστικό διάλειμμα. Όταν το «θα» ακούγεται σαν ανέκδοτο και η «μεταρρύθμιση» σαν λέξη από παλιό εταιρικό φυλλάδιο.
Η οργή μπορεί να γίνει πολιτική δύναμη. Μπορεί να οργανωθεί, να διεκδικήσει, να γεννήσει κάτι νέο.
Η αποστροφή είναι διαφορετική. Δεν διαπραγματεύεται και δεν επιστρέφει εύκολα. Κλείνει τον ήχο, γυρίζει την πλάτη και περιμένει απλώς την κάλπη.
Η ψήφος της απαλλαγής
Σήμερα η κυβέρνηση δεν βρίσκεται εκτός παιχνιδιού. Εξακολουθεί να προηγείται στις δημοσκοπήσεις, ενώ η αντιπολίτευση παραμένει κατακερματισμένη και ανίκανη να μετατρέψει τη φθορά σε καθαρή πρόταση εξουσίας.
Αυτό, όμως, δεν είναι απόδειξη πολιτικής αθανασίας. Είναι παράταση χρόνου.
Και ο χρόνος δεν θεραπεύει πάντοτε. Μερικές φορές σαπίζει ό,τι έχει ήδη ραγίσει.
Όποτε στηθούν οι επόμενες κάλπες, το κρίσιμο ερώτημα δεν θα είναι μόνο ποιος μπορεί να κυβερνήσει. Θα είναι πόσοι πολίτες θα θελήσουν απλώς να τελειώσουν με αυτό που κυβερνά σήμερα.
Δεν θα μιλάμε τότε για την κλασική «τιμωρητική ψήφο». Η τιμωρία έχει ακόμη πάθος. Έχει σχέση. Έχει λογαριασμό ανοιχτό.
Η ψήφος απαλλαγής είναι ψυχρότερη. Δεν ζητά εκδίκηση. Ζητά να αδειάσει ο χώρος.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης, λοιπόν, μπορεί πράγματι να μην πέσει με τον τρόπο που φαντάζονται οι αντίπαλοί του. Μπορεί να συνεχίσει να στέκεται, να μιλά, να εγκαινιάζει, να εξαγγέλλει και να επαναλαμβάνει ότι μόνο εκείνος εγγυάται τη σταθερότητα.
Μέχρι τη στιγμή που η χώρα θα τον κοιτάξει και θα αναρωτηθεί:
«Αυτός ο Κυριάκος ακόμη παριστάνει τον σοβαρό;»
Τότε δεν θα υπάρχει τίποτα να τον κρατήσει. Ούτε η αριστεία, ούτε ο εκσυγχρονισμός, ούτε το φιλελεύθερο περιτύλιγμα, ούτε η κοσμοπολίτικη βιτρίνα μιας καθεστηκυίας αταξίας που κάποτε δάκρυζε για τη χαμένη σοβαρότητα της Ελληνικής Δημοκρατίας.
Θα έχει απομείνει μόνο το κέλυφος ενός brand που πίστεψε ότι ήταν μεγαλύτερο από την κοινωνία.
Και η κοινωνία, όταν πάψει να φοβάται ένα κέλυφος, συνήθως αρχίζει να γελά.
Καλού κακού, προσδεθείτε.

