Εβδομήντα ένα χρόνια μετά το οργανωμένο πογκρόμ κατά του Ελληνισμού της Κωνσταντινούπολης, η μνήμη δεν αρκεί. Η προβοκάτσια, η κατασκευή εχθρού και η αντιστροφή θύτη και θύματος παραμένουν εργαλεία ισχύος — και η Αθήνα οφείλει να διαθέτει σοβαρό μηχανισμό στρατηγικής επικοινωνίας και εθνικής ανθεκτικότητας.
Η νύχτα της 6ης προς την 7η Σεπτεμβρίου 1955 δεν ήταν μια «κακή στιγμή» στις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Δεν ήταν ένα αυθόρμητο ξέσπασμα οργής, ούτε μια ανεξέλεγκτη αντίδραση του δρόμου.
Ήταν ένα οργανωμένο πογκρόμ.
Μέσα σε λίγες ώρες, ελληνικά σπίτια και καταστήματα λεηλατήθηκαν, εκκλησίες και κοιμητήρια βεβηλώθηκαν, άνθρωποι δολοφονήθηκαν, ξυλοκοπήθηκαν και βιάστηκαν. Στο στόχαστρο βρέθηκαν κυρίως οι Ρωμιοί της Κωνσταντινούπολης, αλλά και άλλες μη μουσουλμανικές κοινότητες.
Η ακμάζουσα ελληνική παρουσία της Πόλης δεν εξαφανίστηκε σε μία μόνο νύχτα. Εκείνη η νύχτα, όμως, κατέστρεψε το αίσθημα ασφάλειας και έδειξε στους Έλληνες κατοίκους ότι το ίδιο το κράτος που όφειλε να τους προστατεύει μπορούσε να τους μετατρέψει σε στόχο. Οι μαζικές απελάσεις του 1964 αποτέλεσαν το επόμενο, σχεδόν τελειωτικό χτύπημα.
Η προβοκάτσια που άναψε τη φωτιά
Το Κυπριακό έδωσε στην κυβέρνηση του Αντνάν Μεντερές το πολιτικό πλαίσιο. Η έκρηξη στο τουρκικό προξενείο της Θεσσαλονίκης, στον χώρο όπου βρίσκεται το σπίτι του Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ, έδωσε την κατασκευασμένη αφορμή.
Η είδηση διογκώθηκε και παρουσιάστηκε στην Τουρκία ως ελληνική επίθεση. Το ψέμα έγινε πρωτοσέλιδο, το πρωτοσέλιδο έγινε σύνθημα και το σύνθημα έγινε όχλος. Οι επιθέσεις, όμως, δεν είχαν τα χαρακτηριστικά μιας τυχαίας έκρηξης. Υπήρχαν επιλεγμένοι στόχοι, οργανωμένες ομάδες και μέσα καταστροφής. Η βία είχε προετοιμαστεί.
Αυτή είναι η πιο βαριά κληρονομιά των Σεπτεμβριανών: η κρατική ισχύς δεν εμφανίστηκε μόνο με στολές και όπλα. Εμφανίστηκε ως πληροφορία, φήμη, φόβος και καθοδηγούμενη οργή.
Πρώτα κατασκευάστηκε η εικόνα του εχθρού. Έπειτα απελευθερώθηκε η βία εναντίον του.
Ο Μεντερές στο πολιτικό γενεαλογικό δέντρο του Ερντογάν
Το ΑΚΡ δεν αποτελεί θεσμική συνέχεια του Δημοκρατικού Κόμματος του Μεντερές. Θα ήταν ιστορικά ανακριβές να ειπωθεί κάτι τέτοιο. Είναι όμως εξίσου ανακριβές να αγνοηθεί ότι ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν έχει εντάξει τον Μεντερές στο πολιτικό αφήγημα του σημερινού κυβερνητικού στρατοπέδου.
Ο Μεντερές προβάλλεται ως σύμβολο της «λαϊκής βούλησης» που ανατράπηκε από το στρατιωτικό πραξικόπημα του 1960 και οδηγήθηκε στην αγχόνη. Η σημερινή τουρκική εξουσία τιμά συστηματικά αυτή την πλευρά της διαδρομής του. Πολύ πιο σπάνια, όμως, στέκεται στη σκοτεινή κληρονομιά της κυβέρνησής του απέναντι στις μειονότητες και στην πολιτική ευθύνη για τα γεγονότα του 1955.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται η ουσία της ιστορικής μνήμης. Δεν αρκεί να θυμάται κανείς πώς τελείωσε ένας ηγέτης. Οφείλει να θυμάται και τι συνέβη υπό την εξουσία του.
Η σύγχρονη μάχη γίνεται και μέσα από την πληροφορία
Η Τουρκία του 2026 δεν είναι η Τουρκία του 1955. Άλλες εποχές, άλλα μέσα, διαφορετικό διεθνές περιβάλλον. Η τουρκική κρατική στρατηγική, όμως, εξακολουθεί να επενδύει οργανωμένα στην επικοινωνία, στη δημόσια διπλωματία και στη διαμόρφωση αφηγημάτων.
Η Διεύθυνση Επικοινωνίας της τουρκικής Προεδρίας, που ιδρύθηκε το 2018, διαθέτει εκτεταμένο μηχανισμό στο εσωτερικό και στο εξωτερικό. Η ίδια η Άγκυρα δηλώνει ότι αποστολή της είναι να ενισχύει τη διεθνή φωνή της Τουρκίας, να συντονίζει τη δημόσια διπλωματία και να αντιμετωπίζει ό,τι χαρακτηρίζει «παραπληροφόρηση».
Αυτό δεν αποδεικνύει από μόνο του ότι κάθε τουρκική επικοινωνιακή ενέργεια αποτελεί προβοκάτσια εναντίον της Ελλάδας. Αποδεικνύει, όμως, ότι η επικοινωνία αντιμετωπίζεται από την Άγκυρα ως οργανωμένο πεδίο εθνικής ισχύος.
Και εδώ η Ελλάδα έχει σοβαρό έλλειμμα.
Δεν αρκούν σκόρπιες ανακοινώσεις υπουργείων, καθυστερημένες διαψεύσεις και κομματικές αντιπαραθέσεις στα τηλεοπτικά παράθυρα. Χρειάζεται ενιαίος μηχανισμός στρατηγικής επικοινωνίας, έγκαιρης ανίχνευσης επιχειρήσεων επιρροής, ταχείας τεκμηριωμένης απάντησης και ενημέρωσης της διεθνούς κοινής γνώμης.
Όχι μηχανισμός κυβερνητικής προπαγάνδας. Θεσμός εθνικής ανθεκτικότητας, με κοινοβουλευτικό έλεγχο, επιστημονική στελέχωση και σαφείς δημοκρατικές εγγυήσεις.
Ούτε αφέλεια ούτε εύκολος πανικός
Η σοβαρότητα απαιτεί και κάτι ακόμη: να μη βαφτίζουμε κάθε τουρκική σημαία «υβριδική επίθεση». Η πρόσφατη παρουσία τουρκικών σημαιών στο Ηράκλειο καταγράφηκε στο πλαίσιο διεθνούς φεστιβάλ παραδοσιακών χορών, στο οποίο συμμετείχαν αποστολές από διάφορες χώρες. Η ενόχληση που προκλήθηκε είναι κατανοητή, ιδίως λόγω του τόπου και της χρονικής συγκυρίας, αλλά δεν τεκμηριώνει από μόνη της οργανωμένη επίδειξη ισχύος.
Διαφορετικής βαρύτητας ήταν η εικόνα που καταγράφηκε λίγες ημέρες νωρίτερα στην Κομοτηνή: ομάδα Τούρκων μοτοσικλετιστών κινήθηκε με τουρκικές σημαίες και εμβατήρια, ενώ σε βίντεο εμφανίστηκε χειρονομία που παραπέμπει στους «Γκρίζους Λύκους». Εκεί οι αρχές όφειλαν να εξετάσουν ψύχραιμα, άμεσα και πλήρως τι ακριβώς συνέβη.
Η υπερβολή είναι τόσο επικίνδυνη όσο και η αδιαφορία. Αν όλα παρουσιάζονται ως προβοκάτσια, τότε όταν εμφανιστεί η πραγματική προβοκάτσια η κοινωνία θα έχει πάψει να ακούει.
Η αντιστροφή θύτη και θύματος
Η σύγχρονη σύγκρουση δεν ξεκινά πάντοτε με την πρώτη βολή. Μπορεί να αρχίσει πολύ νωρίτερα, με τη μάχη για το ποιος θα πείσει τη διεθνή κοινότητα ότι αμύνεται και ποιος επιτίθεται.
Η Τουρκία είναι η χώρα που διατηρεί στρατεύματα κατοχής στην Κύπρο, προβάλλει τη θεωρία των «γκρίζων ζωνών» και αμφισβητεί πλευρές της ελληνικής κυριαρχίας και κυριαρχικών δικαιωμάτων. Παράλληλα, επιχειρεί συχνά να εμφανίζει την Ελλάδα ως τη δύναμη που προκαλεί ένταση.
Αυτό ακριβώς είναι το πεδίο στο οποίο η Αθήνα δεν δικαιούται να αιφνιδιάζεται. Η αποτροπή δεν είναι μόνο φρεγάτες, αεροσκάφη και πυραυλικά συστήματα. Είναι και η ικανότητα να τεκμηριώνεις εγκαίρως τα γεγονότα, να αποκαλύπτεις το ψεύδος πριν παγιωθεί και να μην επιτρέπεις στον επιτιθέμενο να φορέσει τη μάσκα του θύματος.
Τα Σεπτεμβριανά δεν μας διδάσκουν ότι οι λαοί είναι καταδικασμένοι να μισούνται. Μας διδάσκουν κάτι πιο συγκεκριμένο και πιο χρήσιμο: όταν ένα κράτος κατασκευάζει εχθρούς, οργανώνει την παραπληροφόρηση και αφήνει ή κατευθύνει τον όχλο, η καταστροφή μπορεί να έρθει μέσα σε λίγες ώρες.
Η μνήμη, λοιπόν, δεν είναι τελετή. Είναι άμυνα.
Και εβδομήντα ένα χρόνια μετά, το ερώτημα δεν είναι μόνο αν η Τουρκία άλλαξε. Είναι αν η Ελλάδα έμαθε επιτέλους να αναγνωρίζει εγκαίρως τη μέθοδο, να ξεχωρίζει την πραγματική απειλή από τον θόρυβο και να απαντά με ψυχραιμία, ισχύ και σχέδιο.

