Από την υπεράσπιση ενός εξοπλιστικού προγράμματος μέχρι τις απαιτήσεις να τεθεί η Αριστερά εκτός νόμου, η απόσταση αποτυπώνεται σε λίγα σχόλια. Και αποκαλύπτει πόσο εύκολα η επίκληση της πατρίδας γίνεται εργαλείο πολιτικού αποκλεισμού.
Να τεθεί η Αριστερά εκτός νόμου. Να αντιμετωπιστεί ο «εσωτερικός εχθρός». Να χαρακτηριστούν όσοι διαφωνούν «τουρκοπράκτορες». Αυτές οι τοποθετήσεις καταγράφονται στο αντίγραφο σχολίων που συνοδεύει ανάρτηση από το προφίλ του Λάζαρου Καμπουρίδη για την «Ασπίδα του Αχιλλέα». Μια συζήτηση για την άμυνα της χώρας γίνεται, σε μέρος των αντιδράσεων, απαίτηση αποκλεισμού πολιτών από τη δημοκρατική ζωή.
Στην ίδια την ανάρτηση, ο Καμπουρίδης υπερασπίζεται την προμήθεια ισραηλινών οπλικών συστημάτων και υποστηρίζει ότι η Τουρκία εκμεταλλεύεται τις αντιρρήσεις ελληνικών κύκλων. Θέτει μάλιστα το ερώτημα πώς γίνεται η «Ασπίδα του Αχιλλέα» να ενοχλεί την Τουρκία και ταυτόχρονα ελληνικοί κύκλοι να ταυτίζονται με τις θέσεις της.
Οι απαιτήσεις απαγόρευσης και οι χαρακτηρισμοί περί πρακτόρων ανήκουν σε σχολιαστές. Το διαθέσιμο υλικό δεν τεκμηριώνει ότι ο συντάκτης της ανάρτησης τα υιοθέτησε. Η διάκριση είναι απαραίτητη. Εξίσου απαραίτητο, όμως, είναι να εξεταστεί το επιχείρημα που συνδέει την αμφισβήτηση μιας αμυντικής επιλογής με την εξυπηρέτηση του αντιπάλου.
Η τουρκική αντίδραση δεν απαντά στις ερωτήσεις
Ακόμη και αν η Άγκυρα ενοχλείται από μια ελληνική απόφαση, αυτό δεν απαντά αυτομάτως σε κάθε ερώτημα για την ορθότητά της. Η αξιολόγηση ενός εξοπλιστικού προγράμματος απαιτεί συγκεκριμένα κριτήρια: επιχειρησιακή χρησιμότητα, κόστος, συντήρηση, διαθεσιμότητα, δυνατότητα ανεφοδιασμού και βαθμό εξάρτησης από τον προμηθευτή.
Ο πολίτης που ζητά τέτοιες απαντήσεις δεν χρειάζεται να αποδείξει προηγουμένως τον πατριωτισμό του. Ούτε η υποστήριξη της αμυντικής ενίσχυσης προϋποθέτει αποδοχή κάθε αγοράς, κάθε σύμβασης και κάθε κυβερνητικού χειρισμού.
Αντίστοιχα, η αντίθεση σε πολιτικές της ισραηλινής κυβέρνησης δεν αποδεικνύει από μόνη της αντίθεση στην ασφάλεια της Ελλάδας. Μια ένσταση μπορεί να είναι βάσιμη, λανθασμένη ή ανεπαρκώς τεκμηριωμένη. Αυτό κρίνεται με επιχειρήματα. Η ετικέτα του προδότη απαλλάσσει εκείνον που την εκτοξεύει από τον κόπο της απάντησης.
Υπάρχει, άλλωστε, μια σοβαρή αντίφαση: αν κάθε εσωτερική κριτική που αξιοποιείται από την Τουρκία πρέπει να σωπαίνει, τότε παραχωρούμε στην τουρκική επικοινωνιακή τακτική τη δυνατότητα να καθορίζει τα όρια του ελληνικού δημόσιου διαλόγου. Αρκεί να αναπαράγει μια διαφωνία για να απαιτείται εδώ η αποσιώπησή της.
Από τον αντίλογο στον «εσωτερικό εχθρό»
Στο αντίγραφο της συζήτησης εμφανίζονται αναφορές σε «πέμπτη φάλαγγα», συλλογικές προσβολές εναντίον αριστερών και η ρητή απαίτηση να απαγορευτεί ολόκληρος πολιτικός χώρος. Δεν πρόκειται απλώς για έντονη υποστήριξη μιας αμυντικής πολιτικής. Η απαίτηση αυτή στρέφεται ευθέως εναντίον του πολιτικού πλουραλισμού.
Όταν ο διαφωνών παρουσιάζεται ως εχθρός, η θέση του παύει να αντιμετωπίζεται ως άποψη προς αντίκρουση. Ο ίδιος μετατρέπεται σε πρόβλημα προς απομάκρυνση. Εκεί βρίσκεται η επικίνδυνη μετατόπιση: η συζήτηση εγκαταλείπει το περιεχόμενο της κριτικής και στοχεύει το δικαίωμα του άλλου να την εκφράζει.
Ένα νήμα σχολίων δεν εκπροσωπεί ολόκληρη την κοινωνία, ούτε όλους όσοι υποστηρίζουν το συγκεκριμένο πρόγραμμα. Δεν αποδεικνύει επίσης οργανωμένη καθοδήγηση. Αποτυπώνει, όμως, συγκεκριμένη αυταρχική ρητορική, η οποία πρέπει να κρίνεται για όσα λέει, χωρίς να εξωραΐζεται ως απλή πατριωτική αγανάκτηση.
Η ενότητα χρειάζεται πολίτες με φωνή
Η άμυνα αφορά όλους. Γι’ αυτό και η συζήτηση για τις προτεραιότητές της χρειάζεται σοβαρότητα, ενημέρωση και λογοδοσία. Οι αναγκαίοι περιορισμοί στη δημοσιοποίηση επιχειρησιακών λεπτομερειών δεν μπορούν να γίνονται γενική απαίτηση σιωπής απέναντι στις πολιτικές αποφάσεις.
Όσοι υπερασπίζονται μια προμήθεια έχουν κάθε δικαίωμα να παρουσιάσουν τα πλεονεκτήματά της και να αντικρούσουν τους επικριτές της. Έχουν επίσης λόγο να αποδοκιμάσουν καθαρά τις απαιτήσεις πολιτικών απαγορεύσεων που εμφανίζονται στο όνομα της ίδιας θέσης. Η δύναμη ενός επιχειρήματος φαίνεται και από την ικανότητα εκείνου που το υποστηρίζει να απορρίπτει τις ακρότητες των συμφωνούντων.
Ο πατριωτισμός δεν έχει κομματικό ιδιοκτήτη. Δεν απονέμεται ως ανταμοιβή κυβερνητικής υποστήριξης και δεν αφαιρείται ως ποινή αντιπολίτευσης. Μια χώρα χρειάζεται πολίτες που ενδιαφέρονται αρκετά ώστε να ρωτούν, να ελέγχουν και να διαφωνούν.
Η «Ασπίδα του Αχιλλέα» οφείλει να κριθεί με βάση το κατά πόσο υπηρετεί την ασφάλεια της Ελλάδας. Η απαίτηση να τίθενται πολιτικοί αντίπαλοι εκτός νόμου οφείλει να απορριφθεί χωρίς περιστροφές. Ποια ελευθερία υποτίθεται ότι υπερασπιζόμαστε, αν για να τη θωρακίσουμε απαιτούμε πρώτα να σωπάσουν οι συμπολίτες μας;

