Τέσσερα στάδια μείωσης προστίμων και ξεχωριστή διαδικασία εξώδικης επίλυσης – Οι προθεσμίες που καθορίζουν το όφελος και οι πληρωμές που το κατοχυρώνουν
Η δυνατότητα να περιοριστούν έως και κατά 50% συγκεκριμένα πρόστιμα φορολογικών ελέγχων συνοδεύεται από αυστηρούς όρους: αποδοχή της κύριας οφειλής, γρήγορη καταβολή προκαταβολής και συνέπεια μέχρι την τελευταία πληρωμή. Για επιχειρήσεις και επαγγελματίες, επομένως, η απόφαση απαιτεί υπολογισμό τόσο της έκπτωσης όσο και των χρημάτων που πρέπει να εξασφαλιστούν άμεσα.
Το άρθρο 75 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας προβλέπει τέσσερα ποσοστά μείωσης, ανάλογα με το στάδιο της υπόθεσης. Το όφελος αφορά τις κυρώσεις που υπάγονται στη ρύθμιση. Ο κύριος φόρος παραμένει πληρωτέος.
Για παράδειγμα, σε επιλέξιμο πρόστιμο 10.000 ευρώ, μείωση 50% σημαίνει όφελος 5.000 ευρώ. Δεν σημαίνει ότι περιορίζεται στο μισό ολόκληρος ο φορολογικός λογαριασμός.
| Μείωση | Στάδιο αποδοχής |
|---|---|
| 50% | Στο αρχικό στάδιο του ελέγχου, με την προβλεπόμενη φορολογική δήλωση και εμπρόθεσμη αποδοχή. |
| 40% | Μετά την οριστική πράξη, όσο παραμένει ανοικτή η προθεσμία ενδικοφανούς προσφυγής στη ΔΕΔ. |
| 30% | Μετά την απόφαση της ΔΕΔ ή τη σιωπηρή απόρριψη, εντός της προθεσμίας δικαστικής προσφυγής και πριν αυτή ασκηθεί. |
| 25% | Μετά την εμπρόθεσμη δικαστική προσφυγή, με παραίτηση από αυτή, έως την προηγουμένη της αρχικά ορισμένης δικασίμου. |
Η κλιμάκωση συνδέει το ύψος της έκπτωσης με τον χρόνο αποδοχής και τη διακοπή της αμφισβήτησης του καταλογισμού.
Στην περίπτωση της μεγαλύτερης έκπτωσης, απαιτείται εκπρόθεσμη αρχική ή τροποποιητική φορολογική δήλωση μετά την κοινοποίηση εντολής ελέγχου ή πρόσκλησης παροχής πληροφοριών. Η δήλωση αποδοχής υποβάλλεται κατά κανόνα εντός 15 ημερών από τη φορολογική δήλωση και πάντως πριν παρέλθει η δέκατη ημέρα από την κοινοποίηση του προσωρινού διορθωτικού προσδιορισμού. Η γενική διατύπωση «πριν ολοκληρωθεί ο έλεγχος» δεν αποτυπώνει, συνεπώς, ολόκληρη την προθεσμία.
Η κρίσιμη πληρωμή έρχεται αμέσως μετά την αποδοχή: μέσα σε τρεις εργάσιμες ημέρες πρέπει να καλυφθεί η προβλεπόμενη προκαταβολή, η οποία υπολογίζεται σε ποσοστό 25% επί του κύριου φόρου, τέλους ή εισφοράς, πλέον των σχετικών τόκων εκπρόθεσμης καταβολής.
Αφού αφαιρεθούν η προκαταβολή και η προβλεπόμενη μείωση προστίμου, το υπόλοιπο εξοφλείται εφάπαξ εντός 30 ημερών από τη δήλωση αποδοχής ή σε έως 12 ισόποσες δόσεις, με την προβλεπόμενη επιβάρυνση τόκου. Η πρώτη δόση λήγει την τελευταία εργάσιμη ημέρα του επόμενου μήνα. Πρόκειται για την ειδική διαδικασία αποπληρωμής της αποδοχής και όχι για αυτόματη υπαγωγή στη συνήθη πάγια ρύθμιση.
Η απόφαση της ΑΑΔΕ προβλέπει απώλεια του ευεργετήματος ακόμη και αν μία δόση πληρωθεί εκπρόθεσμα. Τότε καθίσταται άμεσα απαιτητό το υπόλοιπο της υπαχθείσας οφειλής, μαζί με το ποσό της έκπτωσης που χάνεται.
Η οριστική διαγραφή του μειωμένου τμήματος του προστίμου ολοκληρώνεται μετά την εμπρόθεσμη εξόφληση ολόκληρης της προκύπτουσας οφειλής. Μέχρι τότε, το συγκεκριμένο ποσό βρίσκεται σε αναστολή είσπραξης.
Η δήλωση υποβάλλεται στην ψηφιακή υπηρεσία της ΑΑΔΕ «Δήλωση Αποδοχής Πράξεων Ελέγχου, άρθρο 75 ν.5104/24». Το αποδεικτικό περιλαμβάνει τα στοιχεία της ρύθμισης και την Ταυτότητα Ρυθμισμένης Οφειλής για τις πληρωμές.
Παράλληλα λειτουργεί η Επιτροπή Εξώδικης Επίλυσης Φορολογικών Διαφορών, με δικό της πλαίσιο και προϋποθέσεις. Με το άρθρο 23 του ν. 5313/2026, η ηλεκτρονική υποβολή αιτήσεων παρατάθηκε έως τις 30 Ιουνίου 2027.
Η δυνατότητα αφορά υποθέσεις που εκκρεμούν και δεν έχουν συζητηθεί ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας ή των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων έως τις 29 Ιουνίου 2027. Προβλέπεται επίσης, υπό συγκεκριμένους όρους, νέα αίτηση για υποθέσεις που απορρίφθηκαν για τυπικούς λόγους ή για ματαιωθείσες και απορριφθείσες υποθέσεις με νέα στοιχεία, νομολογία ή αμετάκλητη ποινική απόφαση. Η Επιτροπή αποτελεί ξεχωριστή οδό διευθέτησης· οι εκπτώσεις και οι όροι του άρθρου 75 δεν μεταφέρονται αυτομάτως στη δική της διαδικασία.
Για τον φορολογούμενο, το ουσιαστικό ερώτημα είναι πόσο θα πληρώσει συνολικά, πότε και με ποιες συνέπειες για την αμφισβήτηση του καταλογισμού. Η αξιολόγηση της υπόθεσης με τον λογιστή ή τον φορολογικό του σύμβουλο χρειάζεται να προηγείται της αποδοχής: μια μεγάλη έκπτωση έχει πρακτική αξία όταν μπορεί να τηρηθεί και το πρόγραμμα πληρωμών.

