Γράφει ο Ευάγγελος Λιαμπότης
Το πιο βαρύ πολιτικό κατηγορώ απέναντι στη σημερινή εξουσία είναι ότι έχει αντικαταστήσει το όραμα με την αυτοσυντήρηση. Οι ιδεολογικές αναφορές καταλήγουν διακοσμητικές όταν η καθημερινή άσκηση της πολιτικής περιστρέφεται γύρω από την παραμονή στις θέσεις, τη διατήρηση των ισορροπιών και την προστασία του στενού κύκλου.
Η εξουσία γίνεται τότε αυτοσκοπός. Η κοινωνία αντιμετωπίζεται ως εκλογικό ακροατήριο και το δημόσιο συμφέρον χωρά στις αποφάσεις μόνο όσο δεν ενοχλεί εκείνους που έχουν πρόσβαση στα κέντρα τους. Κάπως έτσι, η εντολή των πολιτών κινδυνεύει να μετατραπεί σε δικαίωμα νομής του κράτους.
Σε αυτή τη νοοτροπία, η αξιοκρατία υποχωρεί μπροστά στην αφοσίωση. Ο χρήσιμος συνεργάτης είναι εκείνος που συμφωνεί. Ο ενοχλητικός πολίτης είναι εκείνος που ρωτά. Και η λογοδοσία αντιμετωπίζεται σαν επίθεση, επειδή διαταράσσει τη βολική πεποίθηση ότι όποιος κέρδισε τις εκλογές απέκτησε και ασυλία απέναντι στην κριτική.
Εδώ βρίσκεται και ο κίνδυνος της «αστικής απορρόφησης»: στην ενσωμάτωση όσων αναλαμβάνουν εξουσία στο κατεστημένο που υπόσχονταν να αλλάξουν. Στην αρχή προσαρμόζονται στις συνήθειές του. Έπειτα αποδέχονται τις εξαρτήσεις του. Στο τέλος υπερασπίζονται τα προνόμιά του σαν να ήταν απαραίτητες προϋποθέσεις για να λειτουργήσει η χώρα.
Ο εθισμός στα προνόμια αλλάζει το μέτρο της πολιτικής κρίσης. Η απώλεια της θέσης αρχίζει να φαίνεται μεγαλύτερη συμφορά από την εγκατάλειψη μιας αρχής. Η διαφωνία κοστίζει, η σιωπή ανταμείβεται και ο συμβιβασμός βαφτίζεται υπευθυνότητα. Όσο διαρκεί αυτή η διαδρομή, τόσο μεγαλώνει η απόσταση από τον άνθρωπο που περιμένει μια δίκαιη απόφαση, μια υπηρεσία που λειτουργεί, μια ζωή με αξιοπρέπεια.
Έτσι οι διαχειριστές γίνονται διαχειριζόμενοι. Όταν εξαρτούν την πολιτική τους επιβίωση από κλειστούς κύκλους επιρροής, περιορίζουν οι ίδιοι την ελευθερία των αποφάσεών τους. Η δημόσια εντολή περνά σε δεύτερη μοίρα και η πολιτική αναλώνεται στη συντήρηση των εξαρτήσεων που τη στηρίζουν.
Το κόστος αυτής της παρακμής μπορεί να είναι κοινωνικό και εθνικό. Ένα κράτος που επιβραβεύει την υποταγή αποδυναμώνει την ικανότητά του να διορθώνει λάθη, να προλαμβάνει κρίσεις και να σχεδιάζει το μέλλον. Οι προειδοποιήσεις χάνονται ανάμεσα στις διαβεβαιώσεις των πρόθυμων και στις απαιτήσεις των ισχυρών.
Γι’ αυτό η απάντηση απαιτεί περισσότερα από μια εναλλαγή προσώπων. Απαιτεί διαφάνεια στις αποφάσεις, ουσιαστικό έλεγχο, ανεξάρτητους θεσμούς και πολίτες που επιμένουν να ζητούν εξηγήσεις, ακόμη και από εκείνους που ψήφισαν.
Η εξουσία δοκιμάζεται τη στιγμή που πρέπει να θυσιάσει ένα δικό της προνόμιο για να υπηρετήσει το δημόσιο συμφέρον. Εκεί φαίνεται αν διαθέτει αρχές ή απλώς καλές δικαιολογίες για να κρατήσει την καρέκλα.

