Η Άγκυρα επιχειρεί να μετατρέψει ακόμη και την προστασία του περιβάλλοντος σε ελληνοτουρκική διαφορά – Η Αθήνα καλείται να αποδείξει ότι μπορεί να επιτηρεί και να εφαρμόζει τους κανόνες της
Το Εθνικό Θαλάσσιο Πάρκο Νοτίου Αιγαίου παρουσιάζεται ως ένα μεγάλο περιβαλλοντικό έργο. Και πράγματι είναι.
Στο Αιγαίο, όμως, τίποτα που αφορά χάρτες, νησίδες, αλιεία, θαλάσσιες ζώνες και κρατική παρουσία δεν παραμένει αποκλειστικά περιβαλλοντικό.
Η θεσμοθέτηση του πάρκου αποτελεί νόμιμη διοικητική πράξη της Ελλάδας μέσα στα χωρικά της ύδατα. Δεν επεκτείνει τα σύνορα, δεν δημιουργεί νέα κυριαρχία και δεν υποκαθιστά την οριοθέτηση ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδας. Αποτελεί, όμως, έμπρακτη άσκηση της ήδη υπάρχουσας ελληνικής κυριαρχίας.
Και αυτό ακριβώς ενοχλεί την Άγκυρα.
Το στοίχημα αρχίζει μετά το Προεδρικό Διάταγμα
Ο υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας Σταύρος Παπασταύρου υπέγραψε στις 15 Ιουλίου το σχέδιο Προεδρικού Διατάγματος, το οποίο, αφού ολοκληρωθεί ο κύκλος των συναρμόδιων υπογραφών, οδηγείται στο Συμβούλιο της Επικρατείας για επεξεργασία.
Σύμφωνα με τον κυβερνητικό σχεδιασμό, μαζί με το πάρκο του Ιονίου η Ελλάδα θα προστατεύει πάνω από το 35% των χωρικών της υδάτων, υπερβαίνοντας νωρίτερα τον ευρωπαϊκό στόχο για το 2030.
Το καθεστώς δεν περιορίζεται στη θάλασσα. Περιλαμβάνει χερσαίες περιοχές Natura, περιορισμούς στην εκτός σχεδίου δόμηση, απαγορεύσεις για μηχανότρατες, μέτρα προστασίας των λιβαδιών Ποσειδωνίας και φραγμούς στη δημιουργία νέων μαρινών και τουριστικών καταφυγίων.
Επομένως, δεν πρόκειται για μια γραμμή επάνω σε έναν χάρτη. Πρόκειται για σύστημα κανόνων που επηρεάζει αλιείς, τουριστικές επενδύσεις, λιμενικά έργα, αγκυροβόληση και χρήση της γης.
Η πραγματική δοκιμασία, όμως, δεν είναι να εκδοθεί το διάταγμα. Είναι να εφαρμοστεί.
Ένα πάρκο χωρίς ελεγκτές, μόνιμες υπηρεσίες, σκάφη και πραγματική επιτήρηση δεν αποτελεί πολιτική. Αποτελεί χρωματισμένη περιοχή σε έναν ψηφιακό χάρτη.
Γιατί αντιδρά η Τουρκία
Η Τουρκία είχε δηλώσει ήδη από τον Ιούλιο του 2025 ότι τα ελληνικά θαλάσσια πάρκα δεν μπορούν να παράγουν έννομα αποτελέσματα ως προς τα λεγόμενα «αλληλένδετα ζητήματα του Αιγαίου».
Στην ίδια ανακοίνωση επανέφερε τον ισχυρισμό ότι υπάρχουν νησιά, νησίδες και βραχονησίδες των οποίων η κυριαρχία δεν έχει παραχωρηθεί στην Ελλάδα με διεθνείς συνθήκες.
Εδώ βρίσκεται ο πυρήνας της τουρκικής στρατηγικής.
Η Άγκυρα δεν αντιδρά επειδή ενδιαφέρεται περισσότερο για τις μηχανότρατες ή την Ποσειδωνία. Αντιδρά επειδή η ελληνική διοίκηση θεσπίζει κανόνες, δημιουργεί μονάδες διαχείρισης και οργανώνει μόνιμη παρουσία γύρω από νησιά και νησίδες του Αιγαίου.
Η Τουρκία επιχειρεί έτσι να εντάξει ακόμη και μια περιβαλλοντική πράξη στο αναθεωρητικό αφήγημα των «γκρίζων ζωνών». Να μετατρέψει μια αρμοδιότητα του παράκτιου κράτους σε αντικείμενο διαπραγμάτευσης.
Αν αυτή η λογική γινόταν αποδεκτή, η Ελλάδα θα έπρεπε ουσιαστικά να ζητά τουρκική έγκριση πριν θεσπίσει περιβαλλοντικούς, αλιευτικούς ή χωροταξικούς κανόνες μέσα στα δικά της χωρικά ύδατα.
Η συνεργασία δεν σημαίνει τουρκικό βέτο
Η Άγκυρα επικαλείται το γεγονός ότι το Αιγαίο είναι κλειστή ή ημίκλειστη θάλασσα και υποστηρίζει ότι οι μονομερείς ενέργειες πρέπει να αποφεύγονται.
Πράγματι, το Δίκαιο της Θάλασσας ενθαρρύνει τα παράκτια κράτη τέτοιων θαλασσών να συνεργάζονται για το περιβάλλον και τη διαχείριση των φυσικών πόρων.
Δεν προκύπτει, όμως, από αυτό δικαίωμα ενός γειτονικού κράτους να εγκρίνει ή να απορρίπτει μέτρα που λαμβάνονται μέσα στα χωρικά ύδατα ενός άλλου.
Η κυριαρχία του παράκτιου κράτους εκτείνεται στη χωρική του θάλασσα, στον εναέριο χώρο, στον βυθό και στο υπέδαφος.
Η συνεργασία είναι επιθυμητή. Η συναίνεση της Τουρκίας δεν αποτελεί προϋπόθεση για να προστατεύσει η Ελλάδα το θαλάσσιο περιβάλλον μέσα στην επικράτειά της.
Η τουρκική απάντηση αποκάλυψε τον πραγματικό ανταγωνισμό
Στις 15 Αυγούστου 2026 η Τουρκία ανακήρυξε δικά της «εθνικά θαλάσσια πάρκα» στο βορειοανατολικό Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο.
Σύμφωνα με το ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών, οι τουρκικοί σχεδιασμοί εκτείνονται πέρα από τα τουρκικά χωρικά ύδατα και, σε ορισμένα σημεία, μέσα σε περιοχή ελληνικής υφαλοκρηπίδας.
Η Αθήνα υποστήριξε ότι τέτοιες μονομερείς πράξεις δεν παράγουν έννομα αποτελέσματα σε διεθνή ύδατα ούτε μπορούν να δημιουργήσουν τετελεσμένα.
Η διαφορά είναι ουσιώδης.
Η ελληνική πλευρά δηλώνει ότι χωροθετεί τα πάρκα αποκλειστικά μέσα στα ελληνικά χωρικά ύδατα. Η Τουρκία, σύμφωνα με την Αθήνα, επιχειρεί να απλώσει το δικό της καθεστώς και έξω από τη χωρική της θάλασσα.
Έτσι η περιβαλλοντική πολιτική μετατράπηκε σε ακόμη ένα πεδίο ανταγωνιστικών χαρτών. Πίσω από τις αναφορές στη βιοποικιλότητα διακρίνεται η γνωστή μάχη για το ποιος ρυθμίζει, ποιος επιτηρεί και ποιος εμφανίζεται ως αρμόδιος στο Αιγαίο.
Η παγίδα που πρέπει να αποφύγει η Αθήνα
Η Ελλάδα δεν πρέπει να παρουσιάσει το θαλάσσιο πάρκο ως υποκατάστατο της επέκτασης των χωρικών υδάτων ή της οριοθέτησης θαλάσσιων ζωνών.
Το πάρκο δεν αυξάνει τη χωρική θάλασσα από τα έξι στα δώδεκα ναυτικά μίλια. Δεν οριοθετεί ΑΟΖ. Δεν λύνει τη διαφορά της υφαλοκρηπίδας και δεν δημιουργεί τίτλους κυριαρχίας εκεί όπου αυτοί δεν υπήρχαν ήδη.
Η δύναμή του βρίσκεται ακριβώς στο αντίθετο: η Ελλάδα δεν χρειάζεται να του αποδώσει ανύπαρκτη νομική λειτουργία. Αρκεί να ασκήσει κανονικά, σταθερά και χωρίς φόβο τις αρμοδιότητες που ήδη διαθέτει.
Παράλληλα, οι περιορισμοί στην αλιεία και στην τοπική οικονομική δραστηριότητα πρέπει να συνοδευτούν από διάλογο, επιστημονική τεκμηρίωση και δίκαια μέτρα στήριξης.
Αν οι νησιωτικές κοινωνίες αισθανθούν ότι το πάρκο επιβάλλεται από την Αθήνα χωρίς ανταλλάγματα και χωρίς συμμετοχή, η ίδια η Ελλάδα θα αποδυναμώσει το εγχείρημα.
Η κυριαρχία χρειάζεται καθημερινή διοίκηση
Η σχεδιαζόμενη δημιουργία μονάδων διαχείρισης στη Μήλο και στην Αμοργό, οι νέες προσλήψεις, τα σκάφη επιτήρησης και τα drones είναι πιο σημαντικά γεωπολιτικά από οποιαδήποτε πανηγυρική δήλωση.
Όχι επειδή ο ΟΦΥΠΕΚΑ υποκαθιστά το Λιμενικό ή τις Ένοπλες Δυνάμεις. Αλλά επειδή η κυριαρχία δεν εκφράζεται μόνο με πολεμικά πλοία και αναχαιτίσεις.
Εκφράζεται και με διοίκηση, ελέγχους, επιστημονική παρουσία, προστασία του περιβάλλοντος και εφαρμογή της νομοθεσίας.
Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν η Τουρκία θα συνεχίσει να αντιδρά. Θα συνεχίσει.
Το πραγματικό ερώτημα είναι αν η Ελλάδα θα μετατρέψει το πάρκο σε μόνιμη και αποτελεσματική παρουσία ή αν, μετά τις υπογραφές και τις φωτογραφίες, θα αφήσει ακόμη ένα εθνικό σχέδιο να μείνει στα χαρτιά.

