Η Τουρκία έχει λόγους να αποφύγει μια στρατιωτική σύγκρουση. Η Αθήνα, όμως, χρειάζεται σχέδιο αποτροπής και δεν μπορεί να στηριχθεί στη βεβαιότητα ότι «δεν θα τολμήσουν».
Μπορεί η Τουρκία να προκαλέσει θερμό επεισόδιο με αφορμή την ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου; Ο κίνδυνος δεν μπορεί να αποκλειστεί. Από τις δημόσιες δηλώσεις που εξετάστηκαν, ωστόσο, δεν προκύπτει απόφαση της Άγκυρας για ένοπλη σύγκρουση. Το κρίσιμο για την Αθήνα είναι να εκτιμήσει μέχρι πού μπορεί να φτάσει η τουρκική πίεση και πώς θα εξασφαλιστεί η υλοποίηση του έργου.
Η αντίθεση στη ρητορική είναι εμφανής. Στις δηλώσεις του στη Νέα Υόρκη στις 24 Σεπτεμβρίου, ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν παρουσίασε την Τουρκία ως γείτονα και σύμμαχο της Ελλάδας στο ΝΑΤΟ. Την 1η Οκτωβρίου, το τουρκικό υπουργείο Άμυνας επανέλαβε ότι οι εργασίες για καλώδια και έρευνες στις περιοχές που η Άγκυρα θεωρεί δική της υφαλοκρηπίδα πρέπει να συντονίζονται προηγουμένως μαζί της, προειδοποιώντας ότι δεν θα επιτρέψει δραστηριότητες χωρίς εξουσιοδότηση. Πρόκειται για τουρκική διεκδίκηση, όχι για απόδειξη αναγνωρισμένης δικαιοδοσίας στις επίμαχες περιοχές.
Η διαφοροποίηση αυτή δεν αποδεικνύει ότι η τουρκική προεδρία και το υπουργείο Άμυνας ακολουθούν αντίθετες στρατηγικές. Μια εύλογη ερμηνεία είναι ότι η συναινετική γλώσσα προς το εξωτερικό συνυπάρχει με την πίεση προς την Αθήνα. Η προσφορά διαλόγου μπορεί να συνοδεύεται από προσπάθεια επιβολής όρων στο πεδίο. Δεν υπάρχουν, πάντως, επαρκή στοιχεία για να παρουσιαστεί ένα συγκεκριμένο «σχέδιο ψυχολογικού πολέμου» ως διαπιστωμένο γεγονός.
Η σχέση της Άγκυρας με την Ουάσιγκτον έχει ουσιαστικό εξοπλιστικό περιεχόμενο. Τον Ιούνιο, το Reuters κατέγραψε αμερικανικό σχεδιασμό για πώληση κινητήρων που προορίζονται για το τουρκικό μαχητικό KAAN. Τον Ιούλιο, ο Χακάν Φιντάν εξέφρασε προσδοκία προόδου στο ζήτημα των κυρώσεων και της απόκτησης F-35. Τα στοιχεία αυτά δείχνουν γιατί η Τουρκία έχει συμφέρον να διατηρεί λειτουργικές σχέσεις με τις ΗΠΑ.
Από αυτό, όμως, δεν προκύπτει αυτόματη στρατιωτική αυτοσυγκράτηση. Το ενδεχόμενο διπλωματικού ή εξοπλιστικού κόστους λειτουργεί αποτρεπτικά μόνο στον βαθμό που η τουρκική ηγεσία το θεωρεί πιθανό και σοβαρό. Η υπόθεση ότι κάθε παρέμβαση θα προκαλέσει άμεσα κυρώσεις ή θα ακυρώσει εξοπλιστικές συμφωνίες δεν αποτελεί δεδομένο.
Η διάκριση ανάμεσα στην απλή ναυτική παρουσία και στη στρατιωτική παρεμπόδιση είναι καθοριστική. Η παρακολούθηση ενός ερευνητικού πλοίου διαφέρει από τον εξαναγκασμό του να σταματήσει εργασίες. Εάν πολεμικά πλοία επιχειρήσουν να επιβάλουν διακοπή ερευνών, θα ασκείται έμπρακτη στρατιωτική πίεση, ακόμη και χωρίς πυροβολισμό.
Σε ένα τέτοιο υποθετικό σενάριο, μια επικίνδυνη προσέγγιση, μια σύγκρουση πλοίων ή ένας λανθασμένος υπολογισμός θα μπορούσε να οδηγήσει σε κλιμάκωση. Δεν χρειάζεται να έχει αποφασιστεί εκ των προτέρων πόλεμος για να προκύψει σοβαρό επεισόδιο. Γι’ αυτό η διαβεβαίωση ότι η Τουρκία θα περιοριστεί «μέχρι εκεί» υπερβαίνει όσα μπορούν να στηριχθούν στα διαθέσιμα στοιχεία.
Το διακύβευμα αφορά και την Ευρώπη. Ο Great Sea Interconnector προβλέπει αρχικά τη σύνδεση Ελλάδας και Κύπρου και σε μεταγενέστερη φάση του Ισραήλ. Σύμφωνα με τον φορέα του έργου, το τμήμα Κρήτης–Κύπρου έχει λάβει ευρωπαϊκή χρηματοδότηση 657 εκατ. ευρώ. Η ευρωπαϊκή συμμετοχή δίνει στην Αθήνα και στη Λευκωσία επιχειρήματα για έμπρακτη στήριξη της υλοποίησης.
Η πολιτική ευθύνη της ελληνικής κυβέρνησης είναι, επομένως, συγκεκριμένη: σαφές χρονοδιάγραμμα, συντονισμός με την Κυπριακή Δημοκρατία και τους ευρωπαϊκούς θεσμούς, συγκεκριμένες δεσμεύσεις από τους εταίρους και προετοιμασία για ενδεχόμενη παρεμπόδιση. Παράλληλα, χρειάζονται δίαυλοι επικοινωνίας που θα μειώνουν τον κίνδυνο ατυχήματος και ανεξέλεγκτης κλιμάκωσης.
Η Ελλάδα έχει λόγους να προχωρήσει το έργο με αποφασιστικότητα. Η αποφασιστικότητα, όμως, αποκτά περιεχόμενο όταν στηρίζεται σε προετοιμασία, διπλωματική υποστήριξη και αξιόπιστη αποτροπή. Η φράση «η Τουρκία δεν θα τολμήσει» είναι πρόβλεψη. Δεν αρκεί για να προστατεύσει το καλώδιο.

