Η αγοραστική δύναμη των εργαζομένων είναι το πραγματικό μέτρο επιτυχίας της οικονομικής πολιτικής.
Τα μέτρα που ανακοινώνει ο πρωθυπουργός οφείλουν να απαντούν σε μια απλή ερώτηση: μπορεί ένας άνθρωπος που εργάζεται να πληρώνει το σπίτι, το φαγητό, το ρεύμα και τις βασικές ανάγκες της οικογένειάς του; Για ένα νοικοκυριό που μετρά κάθε ευρώ, εκεί κρίνεται η αποτελεσματικότητα της κυβερνητικής πολιτικής.
Η ακρίβεια βιώνεται μέσα από τη σχέση εισοδήματος και τιμών. Το ίδιο καλάθι αγορών έχει εντελώς διαφορετικό βάρος για έναν χαμηλόμισθο και για έναν εργαζόμενο με διπλάσιες αποδοχές. Και μια ονομαστική αύξηση αποκτά ουσιαστικό περιεχόμενο μόνο όταν βελτιώνει όσα μπορεί πραγματικά να αγοράσει ο μισθός.
Το μισθολογικό χάσμα της Ελλάδας με την Ευρώπη αποτυπώνεται καθαρά στα στοιχεία. Σύμφωνα με τη Eurostat, το 2024 ο μέσος ετήσιος μισθός, προσαρμοσμένος σε πλήρη απασχόληση, ήταν περίπου 18.000 ευρώ στην Ελλάδα, έναντι 39.800 ευρώ στην ΕΕ. Στον συγκεκριμένο δείκτη, χαμηλότερα βρισκόταν μόνο η Βουλγαρία. Πρόκειται για ονομαστικά ποσά, χωρίς προσαρμογή στις διαφορές τιμών μεταξύ χωρών.
Η συζήτηση για τη χαμηλή παραγωγικότητα χρειάζεται επίσης ειλικρίνεια. Η απόδοση μιας οικονομίας εξαρτάται από τον εξοπλισμό, την τεχνολογία, την οργάνωση, τις υποδομές και την κατάρτιση. Ο ΟΟΣΑ συνδέει την ελληνική υστέρηση με τη μακροχρόνια αδυναμία επενδύσεων και υιοθέτησης νέων τεχνολογιών, καθώς και με τη διάρθρωση της παραγωγής.
Επομένως, η επίκληση της παραγωγικότητας δημιουργεί υποχρεώσεις και για την κυβέρνηση και για τις επιχειρήσεις. Απαιτεί παραγωγικές επενδύσεις, καλύτερη οργάνωση και αξιοποίηση των δεξιοτήτων των εργαζομένων. Η διαρκής αναβολή αξιοπρεπών αμοιβών αφήνει αναπάντητο το σημερινό πρόβλημα επιβίωσης.
Υπάρχει, παράλληλα, το ζήτημα της διανομής του παραγόμενου πλούτου. Πόσο από το οικονομικό αποτέλεσμα επιστρέφει στην εργασία; Πώς μεταφράζεται η ανάπτυξη σε καλύτερες αποδοχές; Αυτά είναι ουσιαστικά πολιτικά ερωτήματα, που απαιτούν συγκεκριμένες απαντήσεις.
Μια άμεση αύξηση του κατώτατου μισθού κατά 200 ευρώ αξίζει να τεθεί στο επίκεντρο μιας κοστολογημένης παρέμβασης. Μαζί της χρειάζονται ισχυρότερες συλλογικές διαπραγματεύσεις, ώστε η βελτίωση να επεκτείνεται και στα υπόλοιπα μισθολογικά κλιμάκια. Η αύξηση του κατώτατου μπορεί να ασκήσει ανοδική πίεση στις αποδοχές, όμως η μετάδοσή της σε όλους τους μισθούς χρειάζεται μηχανισμούς και συμφωνίες.
Η Ισπανία προσφέρει ένα χρήσιμο παράδειγμα τολμηρής παρέμβασης: το 2019 αύξησε τον κατώτατο μισθό κατά 22,3%, στα 900 ευρώ σε 14 καταβολές. Η αποτίμηση, ωστόσο, απαιτεί προσοχή. Μελέτη της Τράπεζας της Ισπανίας εντόπισε επιβράδυνση της αύξησης της απασχόλησης στους χαμηλόμισθους και επιμέρους αρνητικές επιπτώσεις, επισημαίνοντας και περιορισμούς στις εκτιμήσεις της.
Γι’ αυτό η ελληνική πρόταση χρειάζεται στοχευμένη στήριξη των μικρών επιχειρήσεων. Η μείωση εργοδοτικών εισφορών μπορεί να περιορίσει το πρόσθετο κόστος, αλλά το ύψος της πρέπει να υπολογιστεί, με εξασφαλισμένη χρηματοδότηση της κοινωνικής ασφάλισης. Η υπόσχεση ότι οποιαδήποτε μείωση εισφορών εξουδετερώνει αυτομάτως μια αύξηση 200 ευρώ χρειάζεται απόδειξη.
Η κυβέρνηση οφείλει να παρουσιάσει ένα σχέδιο που να συνδέει καλύτερους μισθούς, παραγωγικές επενδύσεις και αντιμετώπιση των πιέσεων στο κόστος ζωής. Ο εργαζόμενος δικαιούται να βλέπει την πρόοδο της οικονομίας στον οικογενειακό του προϋπολογισμό. Εκεί θα κριθούν και οι πρωθυπουργικές εξαγγελίες.

