Η ανακρίβεια για τις εισηγμένες κεντρικές τράπεζες και τα ερωτήματα για την πρόσβαση στο μετοχολόγιο της Τράπεζας της Ελλάδος.
Όταν ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος εμφανίζεται στην τηλεόραση της Βουλής για να εξηγήσει τη λειτουργία ενός τόσο ισχυρού θεσμού, η ακρίβεια αποτελεί υποχρέωση. Η συνέντευξη του Γιάννη Στουρνάρα στην Αλεξία Κουλούρη δίνει αφορμή για έναν ουσιαστικό έλεγχο: πόσο συγκεκριμένες είναι οι απαντήσεις για τη μετοχική σύνθεση, τη δημιουργία χρήματος και τη δημόσια λογοδοσία;
Ας ξεκινήσουμε από κάτι απολύτως ελέγξιμο. Ο κ. Στουρνάρας παρουσίασε την Τράπεζα της Ελλάδος και την κεντρική τράπεζα του Βελγίου ως τις μοναδικές κεντρικές τράπεζες στον κόσμο που είναι εισηγμένες στο χρηματιστήριο. Η διατύπωση είναι ανακριβής. Η Εθνική Τράπεζα της Ελβετίας αναφέρει επισήμως ότι οι μετοχές της διαπραγματεύονται στο SIX Swiss Exchange.
Η Ελβετία, βεβαίως, βρίσκεται εκτός ευρωζώνης. Ο διοικητής, όμως, μίλησε για ολόκληρο τον κόσμο. Από έναν θεσμό που ζητά από τους πολίτες να εμπιστεύονται την εγκυρότητά του, αναμένεται τουλάχιστον η διόρθωση μιας τόσο εύκολα διαπιστώσιμης ανακρίβειας.
Το σοβαρότερο ζήτημα αφορά την πρόσβαση στα στοιχεία. Ο κ. Στουρνάρας παρέπεμψε όσους αμφισβητούν τη μετοχική σύνθεση στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, ενώ ανέφερε ότι κατά τη γενική συνέλευση διανέμεται στους μετόχους ο σχετικός κατάλογος.
Εδώ χρειάζεται συγκεκριμένη απάντηση: ποια ακριβώς διαδικασία μπορεί να ακολουθήσει ένας πολίτης που δεν είναι μέτοχος; Ποια στοιχεία δικαιούται να λάβει, από ποιον φορέα και με ποιες προϋποθέσεις; Η διανομή ενός καταλόγου στους συμμετέχοντες μιας συνέλευσης, από μόνη της, δεν αποδεικνύει καθολική δημόσια πρόσβαση. Ούτε η προτροπή να απευθυνθεί κάποιος σε άλλη αρχή υποκαθιστά έναν σαφή, δημοσιευμένο οδηγό.
Η επίκληση θεωριών για υποτιθέμενους κρυφούς ιδιοκτήτες αφήνει ανέγγιχτο το θεσμικό αίτημα: να μπορεί ο πολίτης να ελέγχει όσα του λένε. Η απόρριψη ατεκμηρίωτων σεναρίων είναι εύλογη. Εξίσου εύλογη είναι η απαίτηση για τεκμηριωμένη, προσβάσιμη ενημέρωση.
Υπάρχει, άλλωστε, συγκεκριμένο παράδειγμα. Η Banca d’Italia διαθέτει στην ιστοσελίδα της κατάλογο των κατόχων του κεφαλαίου της. Το διαφορετικό θεσμικό πλαίσιο κάθε χώρας χρειάζεται να λαμβάνεται υπόψη, αλλά η πρακτική αυτή δείχνει ότι η οργανωμένη διαδικτυακή ενημέρωση είναι εφικτή. Η Τράπεζα της Ελλάδος οφείλει να εξηγήσει τι δημοσιοποιεί, τι μπορεί επιπλέον να δημοσιοποιήσει και ποιοι συγκεκριμένοι κανόνες περιορίζουν τυχόν περαιτέρω πρόσβαση.
Στη συζήτηση για το χρήμα απαιτείται η ίδια ακρίβεια και από όσους ασκούν κριτική. Οι εμπορικές τράπεζες δημιουργούν καταθετικό χρήμα όταν χορηγούν δάνεια. Δεν λειτουργούν απλώς ως ταμεία που μεταφέρουν στους δανειολήπτες ήδη υπάρχουσες αποταμιεύσεις. Η Τράπεζα της Αγγλίας έχει εξηγήσει αναλυτικά αυτόν τον μηχανισμό. Η δυνατότητα αυτή, πάντως, υπόκειται σε περιορισμούς, μεταξύ άλλων από τη διαχείριση κινδύνων, την εποπτεία και τη νομισματική πολιτική.
Παράλληλα, οι κεντρικές τράπεζες δημιουργούν και ηλεκτρονικό χρήμα: τα αποθεματικά που τηρούν σε αυτές οι εμπορικές τράπεζες. Συνεπώς, ο ισχυρισμός ότι εκδίδουν μόνο χαρτονομίσματα είναι λανθασμένος. Τα κέρματα εκδίδονται νομικά από τα κράτη της ευρωζώνης, με την ΕΚΤ να εγκρίνει τον όγκο έκδοσης. Αυτές οι διακρίσεις είναι αναγκαίες για να καταλάβει ο αναγνώστης ποιος δημιουργεί τι.
Χρειάζεται επίσης να αποσαφηνιστεί η σχέση ανάμεσα στη μετοχική ιδιοκτησία και στη δημόσια αποστολή. Η Τράπεζα της Ελλάδος έχει εταιρική μορφή και ειδικό θεσμικό καθεστώς δημόσιων λειτουργιών. Η παρουσία ιδιωτών μετόχων δεν συνεπάγεται αυτομάτως ότι το χρήμα κεντρικής τράπεζας αποτελεί ιδιωτικό χρήμα. Αντίστοιχα, η Banca d’Italia χαρακτηρίζεται θεσμικά ως οργανισμός δημοσίου δικαίου, παρότι στο κεφάλαιό της συμμετέχουν και ιδιωτικοί φορείς.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι ποια δικαιώματα απορρέουν από τις μετοχές, ποιος αποφασίζει για τις δημόσιες αρμοδιότητες και πώς ελέγχεται η άσκησή τους. Αυτά χρειάζονται εξηγήσεις κατανοητές στον πολίτη, με παραπομπή στους συγκεκριμένους κανόνες και στις πραγματικές διαδικασίες.
Κύριε διοικητά, μια κεντρική τράπεζα με τόσο μεγάλη επιρροή στην οικονομική ζωή οφείλει να διευκολύνει τον έλεγχο. Να διορθώνει τις ανακρίβειες, να εξηγεί τις θεσμικές ιδιαιτερότητές της και να κάνει την πρόσβαση στην πληροφορία όσο γίνεται απλούστερη.
Η ανεξαρτησία ενός θεσμού αυξάνει την ανάγκη λογοδοσίας. Και η εμπιστοσύνη κερδίζεται όταν ο πολίτης μπορεί να επαληθεύσει την απάντηση που έλαβε.

