Κατηγορούμενοι για ναρκωτικά, εκρήξεις, λαθρεμπόριο και ξέπλυμα χρήματος αποφυλακίζονται πριν ολοκληρωθεί η δικαστική διαδρομή – Το πρόβλημα δεν είναι η εγγύηση του 18μήνου, αλλά ένα κράτος που δεν προλαβαίνει να δικάσει
Η Αστυνομία παρακολουθεί επί μήνες, αποκρυπτογραφεί επικοινωνίες, χαρτογραφεί δίκτυα, πραγματοποιεί επιχειρήσεις και σχηματίζει ογκώδεις δικογραφίες. Οι συλλήψεις ανακοινώνονται ως ισχυρά πλήγματα στο οργανωμένο έγκλημα και οι κατηγορούμενοι οδηγούνται στη φυλακή.
Και ύστερα αρχίζει η μεγάλη αναμονή.
Οι μήνες περνούν, οι φάκελοι παραμένουν στην ανάκριση, οι δίκες καθυστερούν και το ανώτατο όριο της προσωρινής κράτησης συμπληρώνεται. Κατηγορούμενοι για βαριά αδικήματα αφήνονται υποχρεωτικά ελεύθεροι, σε ορισμένους επιβάλλονται περιοριστικοί όροι και η αστυνομική επιτυχία κινδυνεύει να μετατραπεί σε ακόμη έναν κύκλο καταδίωξης των ίδιων προσώπων.
Αυτό δεν αποτελεί απόδειξη ενοχής για κανέναν. Η ενοχή κρίνεται αποκλειστικά από το δικαστήριο, ενώ η αποφυλάκιση λόγω παρέλευσης του ανώτατου ορίου δεν ισοδυναμεί με αθώωση ή απαλλαγή από τις κατηγορίες.
Αποκαλύπτει, όμως, ένα σοβαρό θεσμικό πρόβλημα: σε πολύκροτες υποθέσεις οργανωμένου εγκλήματος το κράτος δεν κατορθώνει πάντοτε να φτάσει έγκαιρα από τη σύλληψη στην απονομή δικαιοσύνης.
Το 18μηνο δεν είναι το πρόβλημα
Η προσωρινή κράτηση δεν αποτελεί ποινή. Επιβάλλεται πριν από την οριστική κρίση του δικαστηρίου και γι’ αυτό δεν μπορεί να παρατείνεται επ’ αόριστον. Το ανώτατο όριο των 18 μηνών στις εξαιρετικές περιπτώσεις λειτουργεί ως θεμελιώδης εγγύηση απέναντι στην αυθαίρετη κράτηση ενός ανθρώπου που εξακολουθεί να θεωρείται αθώος μέχρι να καταδικαστεί.
Το πραγματικό πρόβλημα αρχίζει όταν το σύστημα αντιμετωπίζει αυτό το όριο σαν μακρινή ημερομηνία και όχι σαν δεσμευτική προθεσμία.
Εάν μια βαριά δικογραφία δεν προχωρήσει επί μήνες, εάν δεν υπάρχουν εξειδικευμένοι ανακριτές και επαρκής γραμματειακή ή τεχνική υποστήριξη και εάν η δίκη δεν οργανωθεί εγκαίρως, τότε η αποφυλάκιση δεν οφείλεται σε κάποιο «τέχνασμα» του κατηγορουμένου. Είναι η αναπόφευκτη συνέπεια της καθυστέρησης του ίδιου του κράτους.
Οι εκρήξεις σε 27 ΑΤΜ που ακόμη δεν δικάστηκαν
Μία από τις πιο χαρακτηριστικές περιπτώσεις αφορά τη δικογραφία του 2021 για ομάδα που κατηγορήθηκε ότι μέσα σε εννέα μήνες ανατίναξε 27 ΑΤΜ, αποσπώντας συνολικά ποσό που πλησίαζε το ένα εκατομμύριο ευρώ.
Πέντε άτομα, ηλικίας τότε από 22 έως 27 ετών, συνελήφθησαν και προφυλακίστηκαν. Σύμφωνα με τα στοιχεία της αστυνομικής έρευνας, κατά τις συλλήψεις είχαν εντοπιστεί, μεταξύ άλλων, φιάλες οξυγόνου, εκρηκτικές ύλες και εξοπλισμός που φέρεται να χρησιμοποιούνταν στις επιθέσεις.
Η υπόθεση, ωστόσο, δεν έχει φτάσει ακόμη σε πρωτόδικη απόφαση, πέντε χρόνια αργότερα. Οι κατηγορούμενοι αποφυλακίστηκαν μετά τη συμπλήρωση του 18μήνου και, τον Δεκέμβριο του 2023, τρεις από αυτούς συνελήφθησαν εκ νέου για άλλες δέκα επιθέσεις και κλοπές από ΑΤΜ.
Η εικόνα είναι αποκαλυπτική. Μια βαριά υπόθεση δεν δικάζεται εγκαίρως, πρόσωπα που βρίσκονται ήδη αντιμέτωπα με τη Δικαιοσύνη επιστρέφουν στην ελευθερία και η Αστυνομία καλείται να τα συλλάβει ξανά για παρόμοιες πράξεις που φέρονται να τελέστηκαν στο μεσοδιάστημα.
Οι «χούλιγκαν – βαρώνοι» και οι μήνες αδράνειας
Ανάλογα ερωτήματα προκαλεί η υπόθεση των 21 κατηγορουμένων που συνδέθηκαν, σύμφωνα με τη δικογραφία, με οργανωμένους οπαδούς της ΑΕΚ και με εισαγωγή κάνναβης από την Ισπανία.
Οι αρχές αξιοποίησαν επικοινωνίες από τις κρυπτογραφημένες εφαρμογές Sky ECC και EncroChat, οι οποίες είχαν διαβιβαστεί από την Europol. Στη δικογραφία αποδίδονται στους εμπλεκομένους διακίνηση ναρκωτικών και νομιμοποίηση εσόδων μέσω εταιρειών ενοικίασης αυτοκινήτων στην Αθήνα και στη Μύκονο.
Σύμφωνα με το σχετικό ρεπορτάζ της «Καθημερινής», από τον Δεκέμβριο του 2024 έως τον Μάιο του 2026 δεν πραγματοποιήθηκε συμπληρωματική ανακριτική πράξη. Η υπόθεση έφτασε στο ακροατήριο τον Μάιο του 2026, αλλά δύο μήνες αργότερα συμπληρώθηκε το 18μηνο και οι προσωρινά κρατούμενοι αφέθηκαν ελεύθεροι με περιοριστικούς όρους.
Ορισμένοι φέρονται στη συνέχεια να παραβίασαν τους όρους και να διέφυγαν, με αποτέλεσμα να αναζητούνται εκ νέου από την Αστυνομία. Εάν τα στοιχεία αυτά επιβεβαιωθούν στο σύνολό τους, δεν πρόκειται απλώς για βραδύτητα. Πρόκειται για κρατική αδράνεια με άμεσες συνέπειες στην ασφάλεια και στην ίδια την εξέλιξη της δίκης.
Οι 157 κατηγορούμενοι και ο όγκος που πνίγει την ανάκριση
Υπάρχουν βεβαίως και υποθέσεις στις οποίες η καθυστέρηση δεν μπορεί να περιγραφεί με μία εύκολη καταγγελία. Η δικογραφία για το δίκτυο λαθραίων τσιγάρων που αποδίδεται στην αποκαλούμενη «ομάδα του Εντικ» αφορά 157 κατηγορουμένους.
Μετά την αρχική δικογραφία του Μαρτίου 2025, ακολούθησε έρευνα της Υποδιεύθυνσης Εσωτερικών Υποθέσεων Βορείου Ελλάδος και νέα συμπληρωματική δικογραφία 1.040 σελίδων τον Απρίλιο του 2026. Κάθε συσχέτιση νέου υλικού δημιουργεί πρόσθετες απολογίες, αιτήματα συνηγόρων και ανακριτικές ενέργειες.
Ο όγκος είναι πραγματικός. Δεν αποτελεί, όμως, απάντηση το να ανατίθεται μια υπόθεση εκατοντάδων προσώπων σε έναν ανακριτή και στη συνέχεια το κράτος να δηλώνει αιφνιδιασμένο επειδή ο φάκελος δεν έκλεισε μέσα στο προβλεπόμενο διάστημα.
Η σοβαρότητα και η πολυπλοκότητα μιας υπόθεσης απαιτούν περισσότερη οργάνωση, όχι χαμηλότερες προσδοκίες.
Από τα προϊόντα «μαϊμού» στο λαθραίο αλκοόλ
Η ίδια παθογένεια εμφανίζεται και σε άλλους φακέλους.
Στην επιχείρηση «Bazaar» του Φεβρουαρίου 2025 συνελήφθησαν 19 άτομα για δίκτυο που, κατά την κατηγορία, διακινούσε προϊόντα απομίμησης μέσω 16 ιστοσελίδων. Οι αρχές κατέγραψαν 41.838 αποστολές και έσοδα περίπου 1,6 εκατ. ευρώ. Τα φερόμενα αρχηγικά μέλη αφέθηκαν ελεύθερα λόγω παρέλευσης του 18μήνου, χωρίς η υπόθεση να έχει οδηγηθεί ακόμη σε δίκη.
Εκκρεμής στην ανάκριση παραμένει και δικογραφία του Δεκεμβρίου 2024 για 12 κατηγορουμένους, στους οποίους αποδίδεται η διακίνηση λαθραίου αλκοόλ μέσω εταιρείας με έδρα την Αυστρία. Η έρευνα είχε εντοπίσει εικονικές εξαγωγές 452.000 φιαλών, με την εκτιμώμενη απώλεια δημοσίων εσόδων να υπερβαίνει τα τρία εκατομμύρια ευρώ.
Όταν η καθυστέρηση γίνεται σύμμαχος του εγκλήματος
Το οργανωμένο έγκλημα διαθέτει χρήμα, δικηγόρους, διεθνείς διασυνδέσεις, τεχνολογία και δυνατότητα γρήγορης ανασύνταξης. Απέναντί του δεν αρκεί μια εντυπωσιακή αστυνομική επιχείρηση. Χρειάζεται ολόκληρη η αλυσίδα του κράτους να λειτουργεί με συνέχεια: οικονομική έρευνα, ανάκριση, τεχνική υποστήριξη, εισαγγελική εποπτεία και έγκαιρη δίκη.
Οι υποθέσεις αυτές δείχνουν την ανάγκη για εξειδικευμένα ανακριτικά σχήματα σε οργανωμένο έγκλημα και ξέπλυμα χρήματος, ομάδες που θα υποστηρίζουν τους δικαστικούς λειτουργούς στην επεξεργασία ψηφιακών και οικονομικών δεδομένων, καθώς και αυστηρή παρακολούθηση των φακέλων στους οποίους υπάρχουν προσωρινά κρατούμενοι.
Δεν χρειάζεται να καταργηθεί καμία δικαστική εγγύηση. Χρειάζεται η Δικαιοσύνη να διαθέτει τα μέσα για να λειτουργεί μέσα στις εγγυήσεις που θέτει το Σύνταγμα.
Διότι όταν μια εγκληματική οργάνωση εξαρθρώνεται στα δελτία Τύπου αλλά η υπόθεσή της βαλτώνει επί μήνες ή χρόνια, η αποτυχία δεν βαραίνει μόνο ένα πρόσωπο ή μία υπηρεσία. Βαραίνει το κράτος συνολικά.
Και όταν οι ίδιοι κατηγορούμενοι καταζητούνται ξανά πριν ακόμη ολοκληρωθεί η πρώτη τους δίκη, τότε η καθυστέρηση παύει να είναι απλώς διοικητική δυσλειτουργία. Γίνεται ο πιο πολύτιμος σύμμαχος του οργανωμένου εγκλήματος.

