Μια ανάρτηση του Γιώργου Πύργαρη ανοίγει τη συζήτηση για την αλαζονεία της ισχύος και την κοινωνική ανοχή που της αφήνει χώρο.
Πόση εξουσία μπορεί να συγκεντρώσει κάποιος όταν απέναντί του συναντά ανθρώπους πεπεισμένους ότι τίποτα δεν αλλάζει; Αυτό είναι το ουσιαστικό ερώτημα που αναδεικνύει η ανάρτηση του Γιώργου Πύργαρη. Περιγράφοντας έναν κόσμο χωρισμένο σε «ελάχιστους κυρίους και αναρίθμητους δούλους», στρέφει την κριτική του και στις κοινωνίες που, κατά την εκτίμησή του, καταλήγουν να δικαιώνουν εκείνους που επιδιώκουν αυτή τη διαίρεση.
Η διατύπωση είναι αιχμηρή και εκφράζει μια πολιτική κρίση. Το ζήτημα που θέτει, όμως, αξίζει να συζητηθεί συγκεκριμένα: τι συμβαίνει όταν ο πολίτης συνηθίζει να αντιμετωπίζει την ισότητα ως ουτοπία και την αυθαιρεσία ως αναπόφευκτη πλευρά της ζωής;
Η παραίτηση έχει καθημερινό λεξιλόγιο. «Όλοι ίδιοι είναι». «Δεν βγάζεις άκρη». «Κοίτα τη δουλειά σου». Φράσεις που μπορεί να ξεκινούν από πραγματική απογοήτευση, αλλά καταλήγουν να προσφέρουν στην εξουσία αυτό ακριβώς που χρειάζεται για να αποφεύγει τον έλεγχο: χαμηλές απαιτήσεις και ακόμη χαμηλότερες προσδοκίες.
Όταν μια εξυπηρέτηση παρουσιάζεται ως προσωπική χάρη, ο πολίτης καλείται να αισθανθεί υποχρεωμένος. Όταν η διεκδίκηση αντιμετωπίζεται ως ενόχληση, καλείται να σωπάσει. Όταν η κριτική βαφτίζεται αχαριστία, καλείται να απολογηθεί επειδή ζήτησε εξηγήσεις. Εκεί δοκιμάζεται στην πράξη η σχέση της κοινωνίας με την εξουσία.
Χρειάζεται, ωστόσο, προσοχή πριν καταδικαστεί συλλήβδην μια κοινωνία ως πρόθυμη να υποταχθεί. Ο άνθρωπος που φοβάται ότι θα χάσει το εισόδημά του, που εξαρτάται από μια σύμβαση ή που έχει εξαντληθεί από διαδοχικές διαψεύσεις δεν διαθέτει πάντα την ίδια δυνατότητα να αντιδράσει. Η σιωπή του μπορεί να κρύβει φόβο και κόπωση. Η ευθύνη εκείνων που ασκούν εξουσία παραμένει ακέραιη.
Ακριβώς γι’ αυτό, η εύκολη περιφρόνηση προς τους «βολεμένους πολίτες» δεν αρκεί. Χρειάζονται τρόποι ώστε η διεκδίκηση να μην αφήνει τον καθένα μόνο του: συλλογική παρουσία, αλληλεγγύη, δημόσια ερωτήματα, επιμονή στις απαντήσεις. Και χρειάζεται συνέπεια. Ο έλεγχος χάνει την αξιοπιστία του όταν γίνεται αυστηρός για τον αντίπαλο και επιεικής για τον δικό μας άνθρωπο.
Μια κοινωνία αρχίζει να παραδίδει έδαφος όταν χειροκροτεί στον ισχυρό συμπεριφορές που θα θεωρούσε απαράδεκτες στον διπλανό της. Όταν θαυμάζει την ικανότητα κάποιου να παρακάμπτει τους κανόνες. Όταν προσδοκά τη δική της εξαίρεση και εγκαταλείπει την απαίτηση για ίση μεταχείριση.
Η δημοκρατική απάντηση βρίσκεται στις συγκεκριμένες απαιτήσεις: διαφανείς αποφάσεις, αιτιολόγηση, λογοδοσία, δυνατότητα αμφισβήτησης χωρίς εκφοβισμό. Αυτές δίνουν περιεχόμενο στην ιδιότητα του πολίτη και περιορίζουν την ευχέρεια οποιουδήποτε να συμπεριφέρεται σαν ιδιοκτήτης της δημόσιας ζωής.
Το πιο ανησυχητικό σημείο είναι να αρχίσουμε να θεωρούμε αυτονόητο ότι κάποιοι γεννήθηκαν για να αποφασίζουν και όλοι οι υπόλοιποι για να προσαρμόζονται. Από εκεί ξεκινά η παραίτηση. Και εκεί ακριβώς χρειάζεται η πρώτη, καθαρή άρνηση: κανείς δεν δικαιούται την υπακοή μας μόνο και μόνο επειδή διαθέτει δύναμη.

