Η Άγκυρα έχει υπογράψει και δεσμεύεται. Η Αθήνα αντέδρασε, αλλά δεν έχει εξηγήσει αν θα ενεργοποιήσει τον μηχανισμό συμμόρφωσης του UNEP/MAP
Η Τουρκία βάφτισε «εθνικά θαλάσσια πάρκα» δύο ζώνες στο βορειοανατολικό Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο, απλώνοντας συντεταγμένες και πέρα από τα χωρικά της ύδατα. Η Αθήνα απάντησε επισήμως ότι οι αποφάσεις αυτές είναι παράνομες και δεν παράγουν έννομα αποτελέσματα. Το κρίσιμο ερώτημα, όμως, παραμένει: θα αρκεστεί η Ελλάδα σε ανακοινώσεις και διαβήματα ή θα μεταφέρει οργανωμένα την υπόθεση στα διεθνή περιβαλλοντικά όργανα στα οποία η ίδια η Άγκυρα έχει αποδεχθεί να λογοδοτεί;
Η Σύμβαση της Βαρκελώνης για την προστασία της Μεσογείου προσφέρει πράγματι ένα πρόσθετο θεσμικό πεδίο πίεσης. Δεν χαράσσει ΑΟΖ, δεν λύνει αυτομάτως τις ελληνοτουρκικές διαφορές και δεν εξαφανίζει με μία προσφυγή τους τουρκικούς χάρτες. Μπορεί, όμως, να εκθέσει τη μεγάλη αντίφαση της Άγκυρας: να επικαλείται την οικολογία για να προβάλλει μονομερείς ζώνες, ενώ έχει δεσμευθεί να συνεργάζεται για την προστασία της Μεσογείου και να συμμορφώνεται με συγκεκριμένες διαδικασίες.
«Άγκυρα, έχεις υπογράψει»
Η Τουρκία υπέγραψε τη Σύμβαση της Βαρκελώνης το 1976, την επικύρωσε το 1981 και αποδέχθηκε το 2002 τις τροποποιήσεις του 1995. Είναι επίσης συμβαλλόμενο μέρος στο Πρωτόκολλο για τις Ειδικά Προστατευόμενες Περιοχές και τη Βιοποικιλότητα από το 2002.
Αυτό έχει σημασία. Η περιβαλλοντική προστασία δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως πολιτικό προσωπείο για τη δημιουργία τετελεσμένων σε διεθνή ύδατα ή σε θαλάσσιες ζώνες των οποίων η οριοθέτηση εκκρεμεί. Ένα πραγματικό πάρκο χρειάζεται σαφή περιβαλλοντικό σκοπό, επιστημονικά δεδομένα, μέτρα προστασίας και σεβασμό στις αρμοδιότητες που απορρέουν από το Διεθνές Δίκαιο. Δεν αρκεί ένας χάρτης με συντεταγμένες και η σφραγίδα ενός προεδρικού διατάγματος.
Το ίδιο το ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών επισήμανε στις 16 Αυγούστου ότι τα δύο τουρκικά πάρκα εκτείνονται πέρα από τα τουρκικά χωρικά ύδατα και, κατά την ελληνική θέση, μέσα στην ελληνική υφαλοκρηπίδα. Δήλωσε ακόμη ότι καμία τέτοια μονομερής πράξη δεν δημιουργεί τετελεσμένο.
Άρα η Αθήνα δεν έχει σιωπήσει απολύτως. Έχει αντιδράσει πολιτικά και διπλωματικά. Εκείνο που δεν έχει παρουσιάσει δημοσίως είναι ένα πλήρες σχέδιο διεθνοποίησης της υπόθεσης με συγκεκριμένες ενέργειες, χρονοδιάγραμμα και επιδιωκόμενο αποτέλεσμα.
Τι μπορεί πράγματι να κάνει η Σύμβαση
Το άρθρο 27 της Σύμβασης προβλέπει έλεγχο συμμόρφωσης. Ο μηχανισμός UNEP/MAP επιτρέπει σε ένα συμβαλλόμενο κράτος να θέσει ζήτημα πιθανής μη συμμόρφωσης άλλου κράτους. Η Ελλάδα, επομένως, μπορεί να καταθέσει τεκμηριωμένο φάκελο κατά της Τουρκίας και να ζητήσει να εξεταστεί αν η μονομερής ανακήρυξη των πάρκων συμβιβάζεται με τις υποχρεώσεις συνεργασίας και περιβαλλοντικής προστασίας.
Αυτό δεν είναι αμελητέο. Θα υποχρέωνε την Άγκυρα να υπερασπιστεί την «οικολογική» της πρωτοβουλία ενώπιον του ίδιου περιφερειακού συστήματος που έχει αποδεχθεί. Θα έβαζε στο τραπέζι τις επιστημονικές μελέτες, τους πραγματικούς στόχους προστασίας, τις προβλεπόμενες απαγορεύσεις και τη σχέση των χαρτών με τις εκκρεμείς θαλάσσιες οριοθετήσεις.
Χρειάζεται όμως ακρίβεια: ο μηχανισμός συμμόρφωσης είναι μη αντιδικιακός και μη δεσμευτικός. Παρέχει συμβουλές, ζητεί σχέδιο αποκατάστασης της συμμόρφωσης και εισηγείται μέτρα στη Σύνοδο των Συμβαλλομένων Μερών. Δεν εκδίδει απόφαση που ακυρώνει τουρκικό προεδρικό διάταγμα.
Το άρθρο 28 προβλέπει διαιτησία, αλλά κατά κανόνα μόνο με κοινή συμφωνία των εμπλεκομένων κρατών, εκτός εάν και τα δύο έχουν προηγουμένως αποδεχθεί ως υποχρεωτική την ίδια διαδικασία. Συνεπώς, ο ισχυρισμός ότι η Αθήνα μπορεί να συγκροτήσει μονομερώς ένα ad hoc διαιτητικό δικαστήριο και να πάρει αμέσως προσωρινά μέτρα δεν προκύπτει από το κείμενο της Σύμβασης.
Οι οικολογικοί χάρτες δεν είναι χάρτες κυριαρχίας
Το ίδιο ισχύει για τους περιβαλλοντικούς χάρτες του ΟΗΕ και τον λεγόμενο «χάρτη της Σεβίλλης». Είναι χρήσιμα επιστημονικά ή χωροταξικά τεκμήρια, αλλά δεν αποτελούν δικαστική οριοθέτηση ΑΟΖ ούτε τίτλο κυριαρχίας. Η οικολογική αξία μιας περιοχής μπορεί να θεμελιώσει ανάγκη προστασίας· δεν αποφασίζει από μόνη της ποιο κράτος διαθέτει δικαιοδοσία σε κάθε θαλάσσιο τμήμα.
Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται και με την Ελληνική Τάφρο. Πρόκειται για περιοχή εξαιρετικής σημασίας για τους φυσητήρες και υπάρχουν ισχυρές διεθνείς συστάσεις για μέτρα αποτροπής συγκρούσεων με πλοία. Δεν είναι, ωστόσο, σήμερα καταχωρισμένη από τον Διεθνή Ναυτιλιακό Οργανισμό ως Ιδιαίτερα Ευαίσθητη Θαλάσσια Περιοχή — PSSA. Η μόνη τέτοια νεότερη περιοχή στη Μεσόγειο είναι η βορειοδυτική Μεσόγειος, που εγκρίθηκε από τον IMO το 2023.
Και ακόμη κι όταν μια περιοχή αναγνωρίζεται ως PSSA, η προστασία της συνδέεται με συγκεκριμένα μέτρα που εγκρίνει ο IMO, όπως ρυθμίσεις πορείας πλοίων. Δεν μετατρέπεται σε εθνική θαλάσσια ζώνη και δεν επιλύει διαφορές ΑΟΖ ή υφαλοκρηπίδας.
Η πραγματική πρόκληση για την Αθήνα
Η ελληνική πλευρά διαθέτει τρεις διαφορετικές γραμμές άμυνας που πρέπει να λειτουργήσουν συνδυαστικά: το Δίκαιο της Θάλασσας, τον επίσημο Θαλάσσιο Χωροταξικό Σχεδιασμό και τις διεθνείς περιβαλλοντικές συμβάσεις. Καμία δεν είναι μόνη της «μαγικό χαρτί». Μαζί, όμως, μπορούν να δυσκολέψουν σοβαρά την προσπάθεια της Άγκυρας να ντύσει γεωπολιτικές διεκδικήσεις με πράσινο μανδύα.
Η σωστή απάντηση δεν είναι να υποσχεθούμε μια ανύπαρκτη αυτόματη ακύρωση. Είναι να απαιτήσουμε από την κυβέρνηση συγκεκριμένες πράξεις: κατάθεση διακρατικής αναφοράς στον μηχανισμό συμμόρφωσης της Σύμβασης της Βαρκελώνης, ενημέρωση της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των αρμόδιων οργάνων του ΟΗΕ, δημοσιοποίηση νομικού και επιστημονικού φακέλου και σταθερή παρουσία σε κάθε διεθνές φόρουμ όπου η Τουρκία επιχειρεί να εμφανίσει τους χάρτες της ως κανονικότητα.
Η Άγκυρα έχει πράγματι υπογράψει. Η Αθήνα έχει ήδη μιλήσει. Τώρα οφείλει να δείξει αν σκοπεύει να χρησιμοποιήσει όλα τα θεσμικά εργαλεία που διαθέτει — όχι για επικοινωνιακές εντυπώσεις, αλλά για να μην αφήσει κανέναν μονομερή χάρτη να ριζώσει ως αυριανό τετελεσμένο.

