Η Ελλάδα μπορεί να εμφανίσει χαμηλότερο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ από την Ιταλία και, αργότερα, από τη Γαλλία. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι ο Έλληνας εργαζόμενος θα αποκτήσει αυτομάτως το εισόδημα, την αγοραστική δύναμη ή την οικονομική ασφάλεια των πολιτών αυτών των χωρών.
Η μείωση του δείκτη αποτελεί θετική δημοσιονομική εξέλιξη. Η μετατροπή της σε πιστοποιητικό γενικευμένης ευημερίας αποτελεί πολιτική υπερβολή.
Ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ μπορεί να υποχωρεί επειδή μειώνεται το χρέος, επειδή αυξάνεται το ονομαστικό ΑΕΠ ή επειδή συμβαίνουν και τα δύο. Στην ελληνική περίπτωση συμβάλλουν η πραγματική ανάπτυξη, οι ανατιμήσεις, τα δημοσιονομικά πλεονάσματα και η διαχείριση του χρέους και των διαθέσιμων πόρων.
Επομένως, δεν υπάρχει κάποιο ανεξήγητο «θαύμα». Υπάρχουν συγκεκριμένοι οικονομικοί μηχανισμοί, των οποίων το κοινωνικό αποτέλεσμα πρέπει να εξετάζεται χωριστά.
Ο πληθωρισμός είναι ένας από αυτούς. Η αύξηση των τιμών μπορεί να διογκώνει το ονομαστικό ΑΕΠ και να διευρύνει τις φορολογικές εισπράξεις. Με αμετάβλητο συντελεστή ΦΠΑ, για παράδειγμα, η ίδια ποσότητα ενός ακριβότερου προϊόντος αποφέρει περισσότερα ευρώ στο Δημόσιο.
Για τον πολίτη, όμως, η ίδια ανατίμηση σημαίνει μεγαλύτερη δαπάνη. Εάν ο μισθός ή η σύνταξή του δεν αυξάνεται αντίστοιχα, η αγοραστική του δύναμη υποχωρεί. Ο δημοσιονομικός δείκτης μπορεί να βελτιώνεται ενώ ο οικογενειακός προϋπολογισμός πιέζεται.
Αυτό δεν σημαίνει ότι ο πληθωρισμός ωφελεί απεριόριστα το κράτος. Αυξάνει επίσης το κόστος προμηθειών και υπηρεσιών και μπορεί να επιβαρύνει τον νέο δανεισμό. Σημαίνει, όμως, ότι η πτώση του χρέους/ΑΕΠ χρειάζεται ανάλυση και όχι αυτόματους πανηγυρισμούς.
Αντίστοιχη ακρίβεια απαιτείται για τα διαθέσιμα των ασφαλιστικών ταμείων, των δήμων, των πανεπιστημίων και των υπόλοιπων δημόσιων φορέων. Οι απαιτήσεις και οι υποχρεώσεις μεταξύ φορέων της γενικής κυβέρνησης συμψηφίζονται κατά τον υπολογισμό του ενοποιημένου δημόσιου χρέους. Πρόκειται για κοινό ευρωπαϊκό κανόνα. Η συγκεντρωτική διαχείριση δημόσιων διαθεσίμων εφαρμόζεται και σε άλλες χώρες, μεταξύ τους η Γαλλία.
Το ουσιαστικό ερώτημα είναι με ποιους όρους αξιοποιούνται αυτά τα χρήματα. Διασφαλίζονται οι ανάγκες των φορέων; Υπάρχει επαρκής ρευστότητα όταν τη χρειάζονται; Ποιες αποδόσεις λαμβάνουν; Η σοβαρή κριτική οφείλει να ζητά συγκεκριμένες απαντήσεις.
Παράλληλα, το δημόσιο χρέος δεν περιγράφει ολόκληρη την οικονομία. Η αποταμίευση των νοικοκυριών, το εξωτερικό ισοζύγιο, η παραγωγικότητα και η δυνατότητα των επιχειρήσεων να επενδύουν έχουν εξίσου μεγάλη σημασία.
Μια χώρα με επίμονο εξωτερικό έλλειμμα εξακολουθεί να χρειάζεται χρηματοδότηση από το εξωτερικό. Και όταν τα νοικοκυριά καταναλώνουν περισσότερα από το διαθέσιμο εισόδημά τους, η πίεση δεν εξαφανίζεται επειδή βελτιώθηκε ένας κρατικός δείκτης.
Γι’ αυτό η σύγκριση με την Ιταλία και τη Γαλλία είναι χρήσιμη μόνο όταν γίνεται ολοκληρωμένα: με εισοδήματα, παραγωγή, αποταμίευση, δημόσιες υπηρεσίες και κόστος ζωής. Ένας χαμηλότερος λόγος χρέους προς ΑΕΠ δεν εξισώνει αυτομάτως διαφορετικές οικονομίες.
Η κυβέρνηση δικαιούται να παρουσιάζει τη δημοσιονομική πρόοδο. Οι πολίτες δικαιούνται να απαιτούν το δικό τους μερίδιο από αυτήν.
Το πραγματικό μέτρο επιτυχίας είναι αν ο μισθός επαρκεί, αν η σύνταξη προστατεύει από τη φτώχεια, αν η μικρή επιχείρηση μπορεί να επενδύσει και αν το δημόσιο νοσοκομείο λειτουργεί αξιοπρεπώς. Εκεί κρίνεται πόσο από την πρόοδο των αριθμών φτάνει τελικά στην κοινωνία.

