Το δημόσιο χρέος μειώνεται ως ποσοστό του ΑΕΠ, αλλά εξακολουθεί να ξεπερνά τα 350 δισ. ευρώ. Τι αποδεικνύουν οι αριθμοί, τι δεν αποδεικνύουν και τι ισχύει για τα λόγια που αποδίδονται στον Άγιο Παΐσιο
Για δεκαέξι χρόνια ο ελληνικός λαός ακούει την ίδια λέξη να επιστρατεύεται για να δικαιολογήσει σχεδόν τα πάντα: χρέος.
Στο όνομά του κόπηκαν μισθοί και συντάξεις, αυξήθηκαν φόροι, διαλύθηκαν οικογενειακοί προϋπολογισμοί, εγκατέλειψαν τη χώρα εκατοντάδες χιλιάδες νέοι και πέρασαν σε ιδιώτες μετοχές, ακίνητα και δικαιώματα εκμετάλλευσης στρατηγικών υποδομών.
Και όμως, το χρέος δεν εξαφανίστηκε. Η Ελλάδα εξακολουθεί να έχει το υψηλότερο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Αυτό είναι το αδιαμφισβήτητο γεγονός. Δεν χρειάζεται ούτε θεωρία συνωμοσίας ούτε «προφητική» υπερβολή για να προκαλέσει οργή. Χρειάζεται, όμως, ακρίβεια. Διότι όταν ένα σωστό πολιτικό ερώτημα στηρίζεται σε λάθος αριθμούς, το σύστημα βρίσκει το άλλοθι να απορρίψει μαζί με την ανακρίβεια και την ουσία.
Οι δύο αριθμοί που χρησιμοποιούνται κατά βούληση
Στη δημόσια συζήτηση μπλέκονται συνήθως δύο διαφορετικά μεγέθη.
Το χρέος της Γενικής Κυβέρνησης —το λεγόμενο χρέος κατά Μάαστριχτ— ανερχόταν σε 362,9 δισ. ευρώ στο τέλος του 2025. Σύμφωνα με την εκτίμηση του Οργανισμού Διαχείρισης Δημοσίου Χρέους, είχε υποχωρήσει στα 357,6 δισ. ευρώ στις 30 Ιουνίου 2026.
Το χρέος της Κεντρικής Διοίκησης, που υπολογίζεται με διαφορετική μεθοδολογία και περιλαμβάνει μεταξύ άλλων ενδοκυβερνητικές υποχρεώσεις και repos, βρισκόταν στα 402,6 δισ. ευρώ τον Ιούνιο του 2026.
Άρα ο γενικός ισχυρισμός ότι «το χρέος αυξάνεται συνεχώς» δεν περιγράφει σωστά την τρέχουσα εικόνα. Το επίσημο χρέος της Γενικής Κυβέρνησης μειώνεται τόσο σε απόλυτο ποσό όσο και ως ποσοστό του ΑΕΠ σε σχέση με τα υψηλά της πανδημίας.
Αυτό, όμως, δεν αποτελεί λόγο για πανηγυρισμούς. Στο πρώτο τρίμηνο του 2026 το ελληνικό χρέος παρέμενε στο 143,5% του ΑΕΠ — το υψηλότερο ποσοστό στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Και το 2025, παρά την πτώση στο 146,1%, η Ελλάδα εξακολουθούσε να βρίσκεται στην κορυφή της ευρωπαϊκής κατάταξης.
Με απλά λόγια: το βουνό χαμήλωσε, αλλά παραμένει βουνό.
Γιατί οι ιδιωτικοποιήσεις δεν «ξεχρέωσαν» τη χώρα
Το ερώτημα που δικαίως τίθεται είναι απλό: εφόσον εκχωρήθηκαν λιμάνια, αεροδρόμια, ακίνητα, ενεργειακές συμμετοχές, σιδηροδρομικές δραστηριότητες και δικαιώματα εκμετάλλευσης, γιατί το χρέος παραμένει τόσο υψηλό;
Η πρώτη απάντηση είναι αριθμητική. Τα έσοδα από τις ιδιωτικοποιήσεις ήταν πολύ μικρότερα από το συνολικό απόθεμα του χρέους. Ακόμη και αρκετά δισεκατομμύρια ευρώ δεν μπορούν να εξαφανίσουν υποχρεώσεις άνω των 350 δισ. ευρώ.
Η δεύτερη είναι ότι ένα κράτος δεν λειτουργεί σαν νοικοκυριό που πουλά ένα οικόπεδο και κλείνει το στεγαστικό του. Παλιές οφειλές λήγουν, νέος δανεισμός εκδίδεται, δάνεια αναχρηματοδοτούνται, τόκοι καταβάλλονται και έκτακτες κρίσεις δημιουργούν νέες ανάγκες. Το δημόσιο χρέος συνήθως δεν αποπληρώνεται μέχρι το μηδέν· ανακυκλώνεται και αξιολογείται με βάση το κόστος εξυπηρέτησης, τις λήξεις, τα πλεονάσματα και το μέγεθος της οικονομίας.
Αυτό δεν αθωώνει καμία κυβέρνηση. Αντίθετα, γεννά το σοβαρό πολιτικό ερώτημα που συστηματικά αποφεύγεται: άξιζαν οι συμφωνίες; Ποια περιουσιακά στοιχεία χάθηκαν οριστικά; Ποια παραχωρήθηκαν για δεκαετίες; Πόσο αποτιμήθηκε η μελλοντική τους κερδοφορία; Ποιος έλεγξε εάν το τίμημα και οι επενδυτικές δεσμεύσεις υπηρετούσαν πραγματικά το δημόσιο συμφέρον;
Η λέξη «ξεπούλημα» είναι πολιτική κρίση. Για να γίνει όμως ακαταμάχητη δημοσιογραφική κατηγορία, πρέπει να στηρίζεται σε κάθε σύμβαση χωριστά: τίμημα, διάρκεια, υποχρεώσεις επενδυτή, δημόσια έσοδα πριν και μετά, εργασιακές σχέσεις και απώλεια στρατηγικού ελέγχου.
Η μεγάλη αντίφαση των μνημονιακών χρόνων
Το πολιτικό αφήγημα υποσχόταν ότι η λιτότητα, τα πρωτογενή πλεονάσματα και η αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας θα αποκαθιστούσαν τη βιωσιμότητα της οικονομίας.
Η χώρα πράγματι επέστρεψε στις αγορές, βελτίωσε την πιστοληπτική της εικόνα και διαθέτει σήμερα ευνοϊκότερη διάρθρωση χρέους, με μεγάλη μέση διάρκεια και υψηλό ποσοστό σταθερού επιτοκίου. Αυτά είναι πραγματικά στοιχεία και δεν πρέπει να αποκρύπτονται.
Πραγματικό είναι, όμως, και το κοινωνικό κόστος. Η δημοσιονομική «επιτυχία» μετρήθηκε πάνω σε συμπιεσμένα εισοδήματα, υψηλή φορολογία, υποχρηματοδοτημένες δημόσιες υπηρεσίες και απώλεια περιουσίας ή ελέγχου σε υποδομές που δεν ξαναχτίζονται εύκολα.
Το κράτος μπορεί να παρουσιάζει έναν καλύτερο λόγο χρέους προς ΑΕΠ. Ο πολίτης, όμως, δικαιούται να ρωτά αν η βελτίωση αυτή έγινε με δίκαιο τρόπο και αν μεταφράστηκε σε καλύτερη ζωή.
Τι ισχύει για τα λόγια που αποδίδονται στον Άγιο Παΐσιο
Το μεγάλο απόσπασμα για το εξωτερικό χρέος, τα δυσβάστακτα μέτρα και τον ηλεκτρονικό οικονομικό έλεγχο κυκλοφορεί τουλάχιστον από τις αρχές της δεκαετίας του 2010 και αποδίδεται σε μεταγενέστερες μαρτυρίες και βιβλία τρίτων.
Ειδικότερα, διαδικτυακές αναδημοσιεύσεις παραπέμπουν στο βιβλίο του ιερομονάχου Χριστοδούλου Αγιορείτου «Σκεύος Εκλογής», έκδοση του 1996, σελίδα 421. Άλλες φράσεις για τους πολιτικούς, τις κυβερνήσεις και τον πόλεμο με την Τουρκία αποδίδονται σε διαφορετικές συλλογές μαρτυριών προσκυνητών.
Δεν πρόκειται, επομένως, για ένα ενιαίο κείμενο γραμμένο ή δημοσιευμένο από τον ίδιο τον Άγιο Παΐσιο. Το απόσπασμα που αναπαράγεται στα κοινωνικά δίκτυα είναι σύνθεση φράσεων οι οποίες αποδίδονται σε αυτόν από τρίτους. Χωρίς την πρωτότυπη έντυπη έκδοση, το ακριβές χωρίο και το πλήρες συμφραζόμενο, δεν είναι δημοσιογραφικά ασφαλές να παρουσιάζεται ολόκληρο ως αυτούσια και αδιαμφισβήτητη «προφητεία».
Η πίστη δεν χρειάζεται πλαστά εισαγωγικά. Και η πολιτική κριτική δεν χρειάζεται να δανείζεται το κύρος ενός Αγίου για να αποδείξει όσα ήδη φωνάζουν οι αριθμοί.
Το χρέος ως μόνιμος μηχανισμός πειθαρχίας
Δεν τεκμηριώνεται ότι κάποιος κρατά «επίτηδες» το χρέος ώστε να μην αποπληρωθεί ποτέ και να πουληθεί ολόκληρη η Ελλάδα. Πρόκειται για απόδοση πρόθεσης που απαιτεί αποδείξεις.
Τεκμηριώνεται, όμως, κάτι πολιτικά βαρύ: όσο το χρέος παραμένει τεράστιο, περιορίζει τις επιλογές κάθε κυβέρνησης, ενισχύει την πίεση για πλεονάσματα και καθιστά την οικονομική πολιτική ευάλωτη στις απαιτήσεις αγορών και ευρωπαϊκών θεσμών. Το χρέος δεν είναι φανταστικό. Είναι πραγματικός μηχανισμός ισχύος.
Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν η Ελλάδα θα μηδενίσει αύριο το χρέος της — κανένα σοβαρό σχέδιο δεν υπόσχεται κάτι τέτοιο. Το ερώτημα είναι ποιος πληρώνει για τη διαχείρισή του, ποιος κερδίζει από τις εκχωρήσεις και ποια χώρα θα απομείνει όταν θα έχουν τελειώσει τα περιουσιακά στοιχεία που μπορούν να πωληθούν μία μόνο φορά.
Γιατί οι αριθμοί μπορεί να βελτιώνονται. Η δημόσια περιουσία, όμως, όταν φύγει, δεν επιστρέφει με ένα δελτίο θριαμβολογίας.

