Η δεύτερη ευκαιρία στην εξουσία χρειάζεται απολογισμό. Αλλιώς, γίνεται προκαταβολή για την επόμενη διάψευση.
Γράφει ο Ευάγγελος Λιαμπότης
«Δώσε στον απατεώνα μια δεύτερη ευκαιρία και θα σου αποδείξει ότι η πρώτη δεν ήταν τυχαία». Η φράση, δίπλα σε μια ποντικοπαγίδα, έχει περισσότερο πολιτικό περιεχόμενο από πολλές προεκλογικές ομιλίες. Γιατί θέτει ένα ερώτημα που η εξουσία θα προτιμούσε να αποφεύγουμε: τι ακριβώς μεσολάβησε από την προηγούμενη εμπιστοσύνη μας μέχρι το καινούργιο αίτημα να την προσφέρουμε;
Έγινε απολογισμός; Αναγνωρίστηκαν συγκεκριμένες ευθύνες; Διορθώθηκαν λάθη; Ή απλώς άλλαξε η αφίσα, ανανεώθηκε το σύνθημα και εμφανίστηκε ένα ακόμη «τώρα μπορούμε»;
Η δεύτερη ευκαιρία έχει νόημα όταν συνοδεύεται από έμπρακτη αλλαγή. Χωρίς αυτήν, ο πολίτης καλείται να χρηματοδοτήσει με την ψήφο του την επανάληψη του ίδιου έργου. Και να πληρώσει ξανά το εισιτήριο, παρότι γνωρίζει ήδη το τέλος.
Στην πολιτική, η πιο βολική απαίτηση είναι να κρίνουμε τον υποψήφιο από όσα υπόσχεται και να ξεχνάμε όσα έκανε ως εκλεγμένος. Να δεχόμαστε ότι για κάθε αποτυχία υπήρχε κάποιος άλλος υπεύθυνος, ενώ για κάθε επιτυχία αρκούσε η δική του παρουσία μπροστά στον φωτογραφικό φακό.
Πρόκειται για αξιοθαύμαστη κατανομή αρμοδιοτήτων: οι ευθύνες στους απόντες, οι κορδέλες στους παρόντες.
Αυτή η λογική πρέπει να συναντά αντίσταση παντού. Στην κυβέρνηση, στην αντιπολίτευση, στην Περιφέρεια, στον Δήμο. Όποιος ζητά δημόσιο αξίωμα οφείλει να δέχεται και δημόσιο έλεγχο. Η εκλογή του δεν του παραχωρεί ιδιοκτησία πάνω στους θεσμούς ούτε δικαίωμα να αντιμετωπίζει κάθε δύσκολη ερώτηση σαν προσωπική προσβολή.
Ιδίως στην αυτοδιοίκηση, όπου ο δημότης συναντά τον αιρετό στον δρόμο, η προσωπική οικειότητα μπορεί εύκολα να θολώσει την πολιτική κρίση. Ένα χαμόγελο, μια χειραψία, μια πρόσκληση σε εκδήλωση έχουν την ανθρώπινη αξία τους. Δεν αποτελούν όμως απολογισμό διοίκησης. Η συμπάθεια προς ένα πρόσωπο δεν απαντά στο ερώτημα αν εκπλήρωσε τις υποχρεώσεις που ανέλαβε.
Και για τη Χαλκίδα, όπως για κάθε πόλη, το κριτήριο πρέπει να είναι συγκεκριμένο: ποια υπόσχεση υλοποιήθηκε, ποιο πρόβλημα λύθηκε, με ποιο κόστος και μέσα σε ποιον χρόνο; Εκεί δοκιμάζεται η διοίκηση. Εκεί πρέπει να δοκιμάζεται και όποιος φιλοδοξεί να την αντικαταστήσει.
Δεν αρκεί να καταγγέλλεις τη φάκα του αντιπάλου, εάν ετοιμάζεις τη δική σου με διαφορετικό περιτύλιγμα. Η απαίτηση για λογοδοσία δεσμεύει και εκείνον που την προβάλλει. Διαφορετικά, η αντιπολίτευση καταντά πρόβα εξουσίας με τα ίδια ελαττώματα.
Ούτε κάθε αστοχία αποδεικνύει εξαπάτηση. Ένας άνθρωπος μπορεί να αποτύχει, να αναγνωρίσει το σφάλμα του και να διορθωθεί. Η πολιτική κρίση χρειάζεται αυτή τη διάκριση. Όταν όμως η ίδια υπόσχεση επιστρέφει χωρίς εξήγηση για την προηγούμενη διάψευσή της, ο πολίτης έχει κάθε λόγο να απαιτεί αποδείξεις πριν προσφέρει νέα εμπιστοσύνη.
Το πιο επικίνδυνο σημείο έρχεται όταν αρχίζουμε μόνοι μας να κατασκευάζουμε τις δικαιολογίες της εξουσίας. «Τι να έκανε;», «έτσι λειτουργούν τα πράγματα», «τουλάχιστον είναι δικός μας». Τότε η κομματική ή παραταξιακή αφοσίωση μετατρέπεται σε δωρεάν υπηρεσία προστασίας εκείνων που θα έπρεπε να ελέγχουμε.
Το «δικός μας» δεν μπορεί να σημαίνει «ανεξέλεγκτος».
Η ευθύνη για την εξαπάτηση βαραίνει εκείνον που εξαπατά. Η δύναμη του πολίτη βρίσκεται στο να μην του παραχωρεί απεριόριστη πίστωση. Να θυμάται, να συγκρίνει, να ρωτά και να κρίνει με το ίδιο μέτρο φίλους και αντιπάλους.
Πριν, λοιπόν, από την επόμενη δεύτερη ευκαιρία, ας προηγηθεί μία απάντηση: τι κάνατε με την πρώτη;
Μέχρι να δοθεί, ας μη βιαζόμαστε να απλώσουμε το χέρι στο καινούργιο τυρί. Η φάκα δεν χρειάζεται τη συμφωνία μας για να λειτουργήσει. Της αρκεί να κοιτάμε μόνο το δόλωμα.

