Η απομάκρυνση της Κίμπερλι Γκιλφόιλ από την αμερικανική πρεσβεία στην Αθήνα επαναφέρει ένα ευρύτερο πολιτικό ερώτημα: με ποια κριτήρια ελέγχονται οι άνθρωποι στους οποίους ο Ντόναλντ Τραμπ εμπιστεύεται κρίσιμα διπλωματικά πόστα; Ο Λευκός Οίκος ζήτησε την παραίτησή της μετά τις καταγγελίες για τη συμπεριφορά της, τις οποίες η ίδια αρνείται. Η συζήτηση για τη λογοδοσία, όμως, δεν μπορεί να τελειώνει στην Αθήνα.
Στην Άγκυρα, ο Τομ Μπάρακ βρίσκεται εδώ και καιρό αντιμέτωπος με δημόσια κριτική. Και οι αντιδράσεις έχουν συγκεκριμένο ιστορικό.
Τον Ιούλιο του 2025, η Αρμενική Εθνική Επιτροπή Αμερικής, το Ελληνοαμερικανικό Συμβούλιο Ηγεσίας και η οργάνωση American Friends of Kurdistan ζήτησαν την ανάκλησή του. Η ANCA συνέδεσε την πρωτοβουλία με δηλώσεις του για τη Γενοκτονία των Αρμενίων, τις οποίες κατήγγειλε ως υποβάθμιση και άρνηση της ιστορικής πραγματικότητας. Το αίτημα «Recall Tom Barrack» προϋπήρχε των μεταγενέστερων αποκαλύψεων για την αλληλογραφία του με τον Τζέφρι Έπσταϊν.
Η πολιτική αμφισβήτηση έφθασε και στο Κογκρέσο. Στις 10 Ιουλίου 2026, Δημοκρατικοί βουλευτές, με πρωτοβουλία των Γουέσλι Μπελ, Νταν Γκόλντμαν και Ντίνα Τάιτους, ζήτησαν εξηγήσεις για τις σχέσεις της αμερικανικής ηγεσίας με την Τουρκία, την προοπτική άρσης κυρώσεων και την πώληση F-35. Έθεσαν ερωτήματα για επιχειρηματικά συμφέροντα και ζήτησαν από τον Τραμπ, τον γιο του και τον Μπάρακ να διατηρήσουν τα σχετικά αρχεία. Πρόκειται για συγκεκριμένη κοινοβουλευτική παρέμβαση, με αίτημα ελέγχου και διαφάνειας.
Υπάρχει, επιπλέον, μια πρόσφατη αποκάλυψη που δίνει συγκεκριμένο περιεχόμενο στη συζήτηση για τις επιχειρηματικές σχέσεις του πρέσβη.
Στις 9 Οκτωβρίου, το Reuters ανέφερε ότι ο Μπάρακ προώθησε τη συμμετοχή της TI Capital, εταιρείας επιχειρηματικού συνεργάτη του, σε σχεδιαζόμενο πετρελαιαγωγό Ιράκ–Συρίας ύψους 15 δισ. δολαρίων, ενώ διατηρούσε οικονομικό συμφέρον σε διαφορετικό εγχείρημα που διαχειριζόταν η ίδια εταιρεία. Το πρακτορείο δεν εντόπισε στοιχεία ότι θα κέρδιζε προσωπικά από τον αγωγό. Το State Department υποστήριξε ότι δεν έχει οικονομικό συμφέρον στο έργο και ότι συμμορφώνεται με τους κανόνες δεοντολογίας.
Αυτές οι απαντήσεις πρέπει να αξιολογηθούν με στοιχεία. Ποιες υπηρεσιακές εγγυήσεις εφαρμόστηκαν; Πώς εξετάστηκαν οι επιχειρηματικές σχέσεις; Ποιος έκρινε ότι διασφαλιζόταν η αμεροληψία; Η διπλωματική εξουσία απαιτεί διαφανείς διαδικασίες, ιδιαίτερα όταν συναντά μεγάλα οικονομικά συμφέροντα.
Στο δημόσιο ενδιαφέρον παραμένει και η αλληλογραφία με τον Έπσταϊν, μετά τη δημοσιοποίηση της οποίας η ANCA επανέλαβε, τον Φεβρουάριο του 2026, το αίτημα απομάκρυνσης του Μπάρακ. Το CBS διευκρίνισε ότι δεν προκύπτουν στοιχεία συμμετοχής του Μπάρακ ή γνώσης του για συνεχιζόμενη εγκληματική δραστηριότητα του Έπσταϊν.
Η ακρίβεια επιβάλλει επίσης να θυμόμαστε ότι στην παλαιότερη υπόθεση περί παράνομης δράσης υπέρ των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων ο Μπάρακ αθωώθηκε το 2022 από όλες τις κατηγορίες. Η υπόθεση αυτή δεν μπορεί να παρουσιάζεται ως εκκρεμής καταδίκη ή απόδειξη σημερινής παρανομίας.
Η απομάκρυνση της Γκιλφόιλ δεν προδικάζει την τύχη του Μπάρακ. Ενισχύει, όμως, την απαίτηση για ενιαία κριτήρια λογοδοσίας. Οι δημόσιες παρεμβάσεις του, οι επιχειρηματικές σχέσεις και τα ερωτήματα των βουλευτών αξίζουν συγκεκριμένες απαντήσεις.
Η προσωπική σχέση με τον πρόεδρο δεν αποτελεί πιστοποιητικό αμεροληψίας. Και ένα διπλωματικό αξίωμα συνοδεύεται από υποχρέωση ελέγχου — όσο ισχυρός κι αν είναι εκείνος που το κατέχει.

