Στο HBS Foundry, ψηφιακά άβαταρ βοηθούν νέους επιχειρηματίες να δοκιμάσουν τις ιδέες τους — με την ανθρώπινη κρίση να παραμένει στο επίκεντρο.
Μια επιχειρηματική ιδέα μπορεί να φαίνεται εξαιρετική στο χαρτί και να δυσκολεύεται στην πρώτη απαιτητική ερώτηση ενός επενδυτή. Αυτήν ακριβώς τη στιγμή επιχειρεί να προσεγγίσει εκπαιδευτικά το HBS Foundry του Harvard Business School, αξιοποιώντας την τεχνητή νοημοσύνη για προσομοιώσεις συζητήσεων, παρουσιάσεων και επιχειρηματικών αποφάσεων. Στην ομάδα που σχεδιάζει αυτές τις εμπειρίες συμμετέχει η Ελληνίδα Φωτεινή Γιαννοπούλου.
Με αντικείμενο τον εκπαιδευτικό σχεδιασμό, η Γιαννοπούλου συμβάλλει στη μετατροπή της γνώσης των ειδικών σε πρακτικές ασκήσεις. Όπως εξηγεί στη συνέντευξή της στη Νίνα Μαρία Πασχαλίδου για την «Καθημερινή», η δουλειά της επικεντρώνεται στον τρόπο με τον οποίο ο εκπαιδευόμενος θα δοκιμάσει τις δυνατότητές του, θα λάβει παρατηρήσεις και θα κληθεί να πάρει αποφάσεις.
Στο περιβάλλον του Foundry, ο επίδοξος επιχειρηματίας μπορεί να παρουσιάσει το σχέδιό του σε ένα ψηφιακό άβαταρ καθηγητή, να εξασκηθεί σε μια συζήτηση με υποψήφιο πελάτη ή να προετοιμαστεί για συνάντηση με επενδυτές. Η συνομιλία με το άβαταρ αποτελεί προσομοίωση: ο πραγματικός καθηγητής δεν βρίσκεται εκείνη την ώρα στην άλλη πλευρά της οθόνης.
Η επίσημη παρουσίαση του Harvard Business School περιγράφει ένα πρόγραμμα που συνδυάζει καθοδήγηση μέσω AI, βασισμένη σε μέλη του διδακτικού προσωπικού, με ζωντανές συναντήσεις με πραγματικούς ειδικούς. Το βασικό bootcamp διαρκεί οκτώ εβδομάδες και αποσκοπεί στην ανάπτυξη επιχειρηματικού μοντέλου, στη διερεύνηση της αγοράς και στην προετοιμασία παρουσίασης προς χρηματοδότες.
Το δημοσίευμα της «Καθημερινής», επικαλούμενο τους New York Times, αναφέρει κόστος συμμετοχής 699 δολαρίων και περίπου 760 συμμετέχοντες μέσω συνεργασιών με περισσότερα από 100 πανεπιστήμια στις 50 πολιτείες των ΗΠΑ. Οι αριθμοί αυτοί αποτυπώνουν την εφαρμογή που περιγράφεται στο ρεπορτάζ.
Το ενδιαφέρον, ωστόσο, βρίσκεται κυρίως στην ποιότητα της εξάσκησης. Αν μια εφαρμογή υποδέχεται κάθε επιχειρηματικό σχέδιο με ενθουσιασμό, η ανατροφοδότηση χάνει την αξία της. Στο ίδιο ρεπορτάζ επισημαίνεται ότι η υπερβολική επιδοκιμασία από την AI αποτέλεσε πρόβλημα που χρειάστηκε να αντιμετωπίσουν οι δημιουργοί. Ο εκπαιδευόμενος χρειάζεται να αναγνωρίζει τα αδύναμα σημεία της πρότασής του και να μπορεί να απαντά σε ουσιαστικές αντιρρήσεις.
Για τη Γιαννοπούλου, η επιλογή ενός ψηφιακού εργαλείου ξεκινά από έναν συγκεκριμένο εκπαιδευτικό στόχο. Η πρόσβαση σε πληροφορίες αποκτά μεγαλύτερη αξία όταν συνοδεύεται από ευκαιρίες εφαρμογής τους: να παρουσιάσεις, να επιχειρηματολογήσεις, να κάνεις λάθος και να επανέλθεις έχοντας καταλάβει τι χρειάζεται διόρθωση.
Η προσέγγισή της έχει διαμορφωθεί μέσα από εμπειρίες στην Ελλάδα, στη Νότια Κορέα και στο Harvard, όπου σπούδασε εκπαίδευση και τεχνολογία. Στην Ελλάδα είχε ασχοληθεί με εργαστήριο εξοικείωσης με την αναπηρία, στο οποίο αξιοποιήθηκε εικονική πραγματικότητα το 2019. Στη Νότια Κορέα συνεργάστηκε με το υπουργείο Εξωτερικών σε ψηφιακές δράσεις γνωριμίας με τον κορεατικό πολιτισμό κατά την περίοδο της πανδημίας.
Η ίδια συζήτηση μεταφέρεται πλέον στη σχολική τάξη. Κατά τη Γιαννοπούλου, η παρουσία της AI απαιτεί επανεξέταση των εργασιών και της αξιολόγησης. Η έτοιμη απάντηση που παράγει ένα σύστημα δεν αποδεικνύει ότι ο μαθητής κατανόησε το θέμα. Χρειάζεται να φαίνεται πώς ερεύνησε, πώς τεκμηρίωσε τη θέση του και πώς μπορεί να την υπερασπιστεί.
Ένα παράδειγμα που προτείνει αφορά μάθημα για την Αρχαία Αθήνα: οι μαθητές θα μπορούσαν να δοκιμάσουν επιχειρήματα με τη βοήθεια της AI και στη συνέχεια να συμμετάσχουν σε πραγματική συζήτηση στην τάξη. Εκεί θα αξιολογούνταν η σκέψη, η τεκμηρίωση και η επικοινωνία τους. Αντίστοιχες εφαρμογές βλέπει στην προετοιμασία για συνεντεύξεις εργασίας και στη διερεύνηση επαγγελματικών επιλογών.
Σε αυτήν τη διαδικασία, θεωρεί αναγκαία την παρουσία του εκπαιδευτικού και την κατάρτισή του. Η κατανόηση των αναγκών κάθε μαθητή, η προσωπική καθοδήγηση και οι σχέσεις μέσα στην τάξη παραμένουν καθοριστικές. Επισημαίνει επίσης ότι κάθε πρόγραμμα χρειάζεται προσαρμογή στη γλώσσα, στην τεχνολογική πρόσβαση και στην κουλτούρα του κοινού του.
Την εκπαιδευτική δραστηριότητα του Foundry συμπληρώνει το podcast «The Founder Mindset», με παρουσιαστή τον καθηγητή Reza Satchu. Μέσα από διαδρομές προσώπων όπως η Reese Witherspoon, ο Tim Ferriss και ο Kevin O’Leary, αναδεικνύονται οι δύσκολες αποφάσεις, οι αποτυχίες και η αβεβαιότητα της επιχειρηματικότητας.
Το ζητούμενο που προκύπτει από αυτή την προσέγγιση είναι συγκεκριμένο: η τεχνολογία να δίνει στον άνθρωπο περισσότερες ευκαιρίες να εξασκηθεί και να αναπτύξει κρίση. Η εκπαιδευτική της αξία θα κριθεί από το πόσο καλά μπορεί ο εκπαιδευόμενος να σταθεί, τελικά, σε μια πραγματική συζήτηση και να πάρει τη δική του απόφαση.

