Υπάρχει κάτι παράδοξο – σχεδόν ακατανόητο: σε μια χώρα είναι φυσιολογικό να στηρίζονται έργα που αναδεικνύουν ιστορικές μορφές και κρίσιμες περιόδους. Αυτό που δεν είναι φυσιολογικό, είναι η αίσθηση πως μια παραγωγή που υμνεί έναν ιστορικό ηγέτη αντιμετωπίζει εμπόδια, επιφυλάξεις ή και πόλεμο πριν καν κριθεί επί της ουσίας, στο επίπεδο της τέχνης.
Στα 58 μου, πρώτη φορά βίωσα κάτι που σπάνια συναντάς σε κινηματογραφική αίθουσα: όταν τελείωσε η ταινία και άναψαν τα φώτα, σχεδόν κανείς δεν σηκώθηκε αμέσως. Δεν υπήρχε η συνηθισμένη βιασύνη προς την έξοδο, ούτε ο θόρυβος της «αποφόρτισης». Υπήρχε σιωπή. Ένα μούδιασμα. Σαν να χρειαζόταν χρόνος για να επιστρέψει κανείς στην καθημερινότητα.
Κοιτούσα τα πρόσωπα γύρω μου και έβλεπα κάτι γνώριμο: ένα μείγμα περηφάνειας, ευγνωμοσύνης και εθνικής αυτοσυνείδησης για έναν φωτεινό Έλληνα ηγέτη – αλλά και ένα βαρύ συναίσθημα λύπης για το γεγονός ότι η ιστορία μας, συχνά, δεν προχωρά ευθεία· σκοντάφτει στις ίδιες αδυναμίες, στα ίδια συμφέροντα, στις ίδιες μικρότητες.
Ο Ιωάννης Καποδίστριας δεν είναι απλώς ένα όνομα σε σχολικό βιβλίο. Είναι σύμβολο μιας άλλης πολιτικής ηθικής: της αίσθησης καθήκοντος, της σύγκρουσης με τα κατεστημένα, της προσπάθειας να στηθεί κράτος από το μηδέν με αντίπαλο όχι μόνο την ένδεια, αλλά και τις έριδες «εντός των τειχών». Και ίσως αυτό να είναι το βαθύτερο μήνυμα που ξυπνά μια τέτοια ταινία: ότι ο πιο δύσκολος αγώνας δεν είναι πάντα απέναντι σε εξωτερικούς κινδύνους, αλλά απέναντι στις εσωτερικές μας παθογένειες.
Αν μια ταινία για τον Καποδίστρια προκαλεί ένταση, αντιδράσεις ή επιχειρείται να μικρύνει πριν την ώρα της, δεν είναι μόνο θέμα πολιτισμού. Είναι θέμα μνήμης. Γιατί η μνήμη φέρνει σύγκριση. Και η σύγκριση είναι ενοχλητική: τι είδους ηγέτες τιμούσαμε, τι είδους κράτος ονειρεύτηκαν κάποιοι, και τι ανεχόμαστε σήμερα.
Γι’ αυτό θεωρώ ότι αξίζει να τη δούμε – και μαζί με τα παιδιά μας. Όχι για να «χειροκροτήσουμε» άκριτα, αλλά για να ανοίξουμε συζήτηση: για την Ιστορία, για την πολιτική αρετή, για το πώς χτίζεται ένα κράτος, για το τί πληρώνει ένας λαός όταν διχάζεται.
Η Ελλάδα δεν έχει ανάγκη από συνθήματα. Έχει ανάγκη από αυτογνωσία. Και κάθε έργο που μας αναγκάζει να σταθούμε για λίγο σιωπηλοί πριν βγούμε από την αίθουσα, ίσως να κάνει ακριβώς αυτό: να μας θυμίζει ποιοι είμαστε – και ποιοι θα μπορούσαμε να γίνουμε.

