Αν όσα ακούστηκαν στο δικαστήριο για τον ΟΠΕΚΕΠΕ δεν ήταν μέρος μιας σοβαρής ποινικής υπόθεσης, θα έμοιαζαν με κακόγουστη πολιτική σάτιρα. Παραγωγοί από την Κρήτη να εμφανίζονται με βοσκοτόπους στην Καστοριά. Δηλώσεις με ελαιόδεντρα σε περιοχή όπου η ελιά δεν ευδοκιμεί. Συντεταγμένες εκτάσεων τόσο ακριβείς, λες και κάποιος είχε ανοίξει χάρτη του Δημοσίου και μοίραζε κομμάτια επιδοτήσεων με το μέτρο. Η υπόθεση των 58 κατηγορουμένων εκδικάζεται στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με τους κατηγορούμενους να αρνούνται τις κατηγορίες.
Η κατάθεση της Παρασκευής Τυχεροπούλου, πρώην διευθύντριας Άμεσων Ενισχύσεων του ΟΠΕΚΕΠΕ, ήταν αποκαλυπτική. Μίλησε για ελέγχους που, αντί να είναι ουσιαστικοί, ήταν τυπικοί. Για αιτήσεις τόσο «αλφαδιασμένες» που γεννούν ερωτήματα. Για ΚΥΔ και ενδιαφερόμενους που, όπως κατέθεσε, γνώριζαν με ακρίβεια ποιες εκτάσεις στην Καστοριά ήταν διαθέσιμες για δήλωση. Το χαρακτήρισε «θαύμα». Αλλά εδώ δεν μιλάμε για θαύμα. Μιλάμε για μηχανισμό.
Και μέσα σε αυτό το «θαύμα» εμφανίζεται και η περίπτωση συγγενών του Γιώργου Ξυλούρη, του γνωστού ως «Φραπέ». Δεν είναι κατηγορούμενοι στη συγκεκριμένη δικογραφία — αυτό πρέπει να είναι απολύτως σαφές. Όμως εμφανίζονται, σύμφωνα με τα δημοσιεύματα, ως ιδιοκτήτες εκτάσεων, με μία περίπτωση να αφορά 562 στρέμματα βοσκοτόπου. Οι κατηγορούμενοι είναι οι ενοικιαστές που φέρονται να έλαβαν τις επιδοτήσεις.
Το πιο εξοργιστικό δεν είναι μόνο το πιθανό πάρτι των επιδοτήσεων. Είναι η εικόνα των δύο Ελλάδων. Από τη μία, οι ντόπιοι παραγωγοί της Καστοριάς που, όπως κατατέθηκε, κόβονταν από ενισχύσεις χωρίς καν επιτόπιο έλεγχο. Από την άλλη, αιτήσεις που περνούσαν, έλεγχοι που ακυρώνονταν, πληρωμές που προχωρούσαν. Δηλαδή ο πραγματικός αγρότης να ψάχνει το δίκιο του και ο «έξυπνος» του συστήματος να βρίσκει βοσκότοπο από το Ηράκλειο μέχρι την Καστοριά.
Εδώ βρίσκεται η πολιτική ουσία: ο ΟΠΕΚΕΠΕ δεν εμφανίζεται απλώς ως ένας οργανισμός με λάθη. Εμφανίζεται ως ένας μηχανισμός που, εφόσον επιβεβαιωθούν όσα κατατέθηκαν, επέτρεπε σε συγκεκριμένους να γνωρίζουν, να δηλώνουν, να περνούν, να πληρώνονται. Και όταν ένας δημόσιος οργανισμός λειτουργεί έτσι, τότε δεν έχουμε απλώς διοικητική αποτυχία. Έχουμε θεσμική σήψη.
Η Τυχεροπούλου μίλησε ακόμη για «φίλτρο» μέσα στον ΟΠΕΚΕΠΕ, για απειλές, για φόβο και για υπαλλήλους που δεν εργάζονταν όπως έπρεπε. Αν αυτά ισχύουν, τότε το σκάνδαλο δεν είναι μόνο αγροτικό. Είναι κρατικό. Είναι πολιτικό. Είναι ευρωπαϊκό. Γιατί οι επιδοτήσεις δεν είναι λεφτά κανενός κόμματος, κανενός υπουργού, κανενός κομματάρχη. Είναι δημόσιο χρήμα. Είναι χρήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Είναι χρήμα που έπρεπε να πάει σε πραγματικούς παραγωγούς και όχι σε χαρτογραφημένες «ευκαιρίες».
Και τώρα το ερώτημα είναι απλό: ποιος ήξερε; Ποιος υπέγραφε; Ποιος ακύρωνε ελέγχους; Ποιος άφηνε τις πληρωμές να περνούν; Ποιος προστάτευε το σύστημα; Γιατί τέτοιες υποθέσεις δεν στήνονται από μόνες τους. Δεν βρίσκεις συντεταγμένες, εκτάσεις, ενοικιαστήρια, δηλώσεις και επιδοτήσεις επειδή ξύπνησες ένα πρωί με αγροτικό ένστικτο. Κάποιος δείχνει τον δρόμο. Κάποιος ανοίγει την πόρτα. Κάποιος κάνει τα στραβά μάτια.
Η δίκη θα συνεχιστεί και η Δικαιοσύνη θα κρίνει πρόσωπα και ευθύνες. Όμως πολιτικά, το μήνυμα είναι ήδη βαρύ: όταν ο πραγματικός παραγωγός κόβεται και ο επιτήδειος πληρώνεται, τότε δεν έχουμε απλώς σκάνδαλο επιδοτήσεων. Έχουμε προσβολή απέναντι στον τίμιο αγρότη, στον φορολογούμενο και σε κάθε πολίτη που βλέπει το κράτος να γίνεται μηχανή εξυπηρέτησης των «γνωστών» και των «ημετέρων».
Ο ΟΠΕΚΕΠΕ δεν χρειάζεται επικοινωνιακή διαχείριση. Χρειάζεται ξήλωμα μέχρι το τελευταίο γραφείο που ήξερε και σιωπούσε.

