Ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών επαναφέρει τις απαιτήσεις αποστρατιωτικοποίησης, παράλληλα με τις διακηρύξεις για διατήρηση του θετικού κλίματος στις ελληνοτουρκικές σχέσεις.
Τη στρατιωτική παρουσία στα ελληνικά νησιά του Αιγαίου παρουσίασε ως απειλή για την Τουρκία ο Χακάν Φιντάν, επαναφέροντας τις τουρκικές αξιώσεις περί αποστρατιωτικοποίησης. Στις δηλώσεις του κατά την επίσκεψή του στο Αζερμπαϊτζάν, την Τρίτη 15 Σεπτεμβρίου, ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών συνδύασε τις αιτιάσεις κατά της Ελλάδας με αναφορές στην ανάγκη συνέχισης του διαλόγου.
Σύμφωνα με το δημοσίευμα που μεταφέρει τις δηλώσεις του, ο Φιντάν υποστήριξε ότι η Αθήνα παραβιάζει συμβατικές υποχρεώσεις και ότι συγκεκριμένα νησιά θα έπρεπε να διατηρούν αποστρατιωτικοποιημένο καθεστώς. Πρόκειται για τις θέσεις που προβάλλει η τουρκική πλευρά και όχι για διαπιστωμένη παραβίαση που τεκμηριώνεται από τις δηλώσεις του.
Ο επικεφαλής της τουρκικής διπλωματίας ανέφερε ότι η Άγκυρα έχει γνωστοποιήσει τις ανησυχίες της στην Ελλάδα και χαρακτήρισε τη στρατιωτική παρουσία στα συγκεκριμένα νησιά ζήτημα ασφάλειας για τη χώρα του. Παράλληλα, υποστήριξε ότι το θέμα παραμένει ανοιχτό από τη δεκαετία του 1960 και ότι οι τουρκικές θέσεις έχουν παρουσιαστεί τόσο διμερώς όσο και στο ΝΑΤΟ και στον ΟΗΕ.
Στις τοποθετήσεις του περιέλαβε και την προτροπή να μη μετατραπεί η Ελλάδα σε εργαλείο δυνάμεων που, κατά τον ίδιο, επιδιώκουν την αποσταθεροποίηση της περιοχής. Στο διαθέσιμο απόσπασμα δεν προσδιόρισε ποιους εννοούσε ούτε παρουσίασε συγκεκριμένα στοιχεία που να στηρίζουν αυτόν τον υπαινιγμό.
Την ίδια στιγμή, κάλεσε την Αθήνα να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις που της αποδίδει η Άγκυρα, επικαλούμενος το συμμαχικό πνεύμα και τις σχέσεις καλής γειτονίας. Ζήτησε επίσης να μη δημιουργηθεί ακόμη μία πρόκληση ασφαλείας στην περιοχή και τάχθηκε υπέρ της διατήρησης της θετικής ατμόσφαιρας μεταξύ των δύο χωρών.
Η επίκληση του διαλόγου συνοδεύεται, επομένως, από την επαναφορά των τουρκικών απαιτήσεων για τα ελληνικά νησιά. Αυτό είναι το ουσιαστικό πολιτικό μήνυμα της παρέμβασης: η Άγκυρα δηλώνει ότι επιθυμεί τη συνέχιση της προσέγγισης, διατηρώντας ταυτόχρονα στο προσκήνιο τις αιτιάσεις της για την ελληνική στρατιωτική παρουσία στο Αιγαίο.
Το ερώτημα που αναδεικνύεται είναι πώς αυτές οι τοποθετήσεις συμβάλλουν στην οικοδόμηση εμπιστοσύνης, όταν η αναφορά στην καλή γειτονία συνυπάρχει με τον χαρακτηρισμό της άμυνας ελληνικών νησιών ως απειλής.

