Η αποθήκευση προχωρά, αλλά οι περικοπές παραγωγής αποκαλύπτουν το κενό του ενεργειακού σχεδιασμού. Το όφελος της πράσινης μετάβασης πρέπει επιτέλους να φτάσει στον καταναλωτή.
Η Ελλάδα αυξάνει την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, αλλά εξακολουθεί να χάνει σημαντικό μέρος των δυνατοτήτων της. Σύμφωνα με την ανάλυση του Green Tank, με βάση στοιχεία και προβλέψεις του ΑΔΜΗΕ, οι περικοπές παραγωγής από ΑΠΕ στο πρώτο οκτάμηνο του 2026 εκτιμώνται σε 1.905 GWh, ξεπερνώντας ήδη το σύνολο του 2025. Την ίδια περίοδο, καταγράφηκαν 949 ώρες σχεδόν μηδενικών ή αρνητικών τιμών στη χονδρεμπορική αγορά.
Αυτή η συνύπαρξη περίσσειας ενέργειας και επίμονης έκθεσης στην ακρίβεια βρίσκεται στον πυρήνα της κριτικής που διατυπώνει ο Βασίλης Βιλιάρδος για τον ενεργειακό σχεδιασμό. Το ουσιαστικό πολιτικό ερώτημα είναι σαφές: πόσο έγκαιρα συνδυάστηκε η επέκταση των ΑΠΕ με τις υποδομές που χρειάζονται για να αξιοποιείται η παραγωγή τους;
Το πρόβλημα γίνεται κατανοητό αν παρακολουθήσουμε τη διαδρομή μιας ημέρας. Όταν υπάρχει έντονη ηλιοφάνεια, τα φωτοβολταϊκά μπορούν να παράγουν περισσότερο ρεύμα από όσο μπορεί να απορροφηθεί εκείνη τη στιγμή. Αν η ζήτηση, οι εξαγωγές και η αποθήκευση δεν επαρκούν, μέρος της διαθέσιμης παραγωγής περιορίζεται. Όταν αργότερα υποχωρεί η ηλιακή παραγωγή, το σύστημα χρειάζεται άλλες πηγές για να καλύψει την κατανάλωση.
Εκεί διατηρούν ισχυρό ρόλο οι μονάδες φυσικού αερίου. Στην προημερήσια αγορά, η τιμή εκκαθάρισης διαμορφώνεται από την τελευταία αποδεκτή προσφορά που απαιτείται για την κάλυψη της ζήτησης. Όταν αυτή προέρχεται από μονάδα αερίου, το κόστος του καυσίμου επηρεάζει την τιμή της αγοράς. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι κάθε παραγωγός εισπράττει τελικά το ίδιο καθαρό έσοδο: συμβάσεις, μηχανισμοί στήριξης και αντιστάθμιση κινδύνου διαφοροποιούν το αποτέλεσμα.
Οι μπαταρίες μπορούν να περιορίσουν αυτό το πρόβλημα, αποθηκεύοντας ενέργεια όταν περισσεύει και αποδίδοντάς την όταν χρειάζεται περισσότερο. Μαζί με την αντλησιοταμίευση, μπορούν να μειώσουν τις περικοπές και το συνολικό κόστος λειτουργίας του συστήματος. Έρευνα για το ελληνικό ηλεκτρικό σύστημα έχει αναδείξει ακριβώς τη σημασία του κατάλληλου συνδυασμού τεχνολογιών αποθήκευσης.
Υπάρχουν, βέβαια, κόστος εγκατάστασης, απώλειες ενέργειας και όρια στη διάρκεια αποθήκευσης. Ο ήλιος δεν έχει κόστος καυσίμου, αλλά η ηλεκτρική ενέργεια που φτάνει στην πρίζα απαιτεί εξοπλισμό, δίκτυα και υπηρεσίες. Η αποθήκευση μπορεί να συμπιέσει τις ακριβές ώρες· δεν αποτελεί εγγύηση μηδενικών λογαριασμών.
Η συζήτηση χρειάζεται επίσης να στηρίζεται στη σημερινή εικόνα. Στα στοιχεία του Green Tank για τον Αύγουστο καταγράφονται ήδη αυτόνομα συστήματα μπαταριών σε λειτουργία, συνολικής ισχύος περίπου 600 MW. Η ίδια ανάλυση εκτιμά ότι, από τον Απρίλιο έως τον Αύγουστο, οι μπαταρίες απέτρεψαν περίπου το 5% των δυνητικών περικοπών της περιόδου. Υπάρχει επομένως μετρήσιμη συμβολή, αλλά παραμένει μεγάλη ανάγκη επιτάχυνσης.
Υπάρχει και δημόσια χρηματοδοτική στήριξη. Το πρόγραμμα «Συστήματα Αποθήκευσης στις επιχειρήσεις», που άνοιξε τον Ιανουάριο του 2025, είχε προϋπολογισμό 153,7 εκατ. ευρώ και προέβλεπε επιχορήγηση των κύριων επιλέξιμων δαπανών από 30% έως 50%, ανάλογα με το μέγεθος της επιχείρησης. Συνεπώς, οι επενδύσεις αποθήκευσης δεν ακολουθούν όλες ένα ενιαίο μοντέλο αποκλειστικά ιδιωτικού ρίσκου.
Ακριβώς επειδή υπάρχουν προγράμματα, επενδύσεις και συγκεκριμένα τεχνικά εργαλεία, η κυβέρνηση οφείλει να λογοδοτεί για την απόδοσή τους. Πόσα έργα λειτουργούν; Πόσα περιμένουν σύνδεση; Ποιες παρεμβάσεις στο δίκτυο προηγούνται; Πόσο μειώνονται οι περικοπές και ποιο είναι το πραγματικό όφελος για τους λογαριασμούς; Οι εξαγγελίες ισχύος δεν υποκαθιστούν τις υποδομές που παραδίδονται.
Αντίστοιχα, απαιτείται ουσιαστικός έλεγχος του ανταγωνισμού και της μεταφοράς των μειώσεων της χονδρικής στη λιανική. Η συγκέντρωση δραστηριοτήτων παραγωγής και προμήθειας σε μεγάλους ομίλους δημιουργεί εύλογο πεδίο εποπτείας. Η διαπίστωση παράνομης συνεννόησης, όμως, απαιτεί συγκεκριμένα ευρήματα. Η πολιτική κριτική αποκτά βάρος όταν ζητά δημοσιοποίηση δεδομένων, έλεγχο περιθωρίων και εφαρμογή των κανόνων.
Μέρος της απάντησης είναι και η πρόσβαση σε μακροχρόνιες συμβάσεις ηλεκτρικής ενέργειας, με όρους που περιορίζουν την έκθεση στις καθημερινές διακυμάνσεις. Αυτή είναι βασική κατεύθυνση της ευρωπαϊκής μεταρρύθμισης της αγοράς. Για να έχει κοινωνικό αποτέλεσμα, χρειάζεται να συνδυάζεται με αποτελεσματική εποπτεία, ισχυρότερα δίκτυα και δυνατότητες συμμετοχής μικρότερων επιχειρήσεων και καταναλωτών.
Για τη Χαλκίδα, την Εύβοια και τη Στερεά Ελλάδα, το διακύβευμα είναι απολύτως πρακτικό. Αφορά το ενεργειακό κόστος των επιχειρήσεων, των αντλιοστασίων, της ύδρευσης, των σχολείων και των νοικοκυριών. Κάθε δυνατότητα ουσιαστικής εξοικονόμησης αξίζει να μετατρέπεται σε πόρους για υπηρεσίες, παραγωγή και καθημερινές ανάγκες.
Η ενεργειακή πολιτική κρίνεται από το ρεύμα που αξιοποιείται και από τον λογαριασμό που πληρώνεται. Όσο οι περικοπές διογκώνονται και η προστασία από τις διακυμάνσεις παραμένει ανεπαρκής, οι αρμόδιοι οφείλουν συγκεκριμένες απαντήσεις, δεσμευτικά χρονοδιαγράμματα και μετρήσιμα αποτελέσματα. Οι πολίτες έχουν ήδη πληρώσει αρκετά για να αρκούνται σε ακόμη μία υπόσχεση φθηνής ενέργειας.

