Στο 5,1% ο πληθωρισμός του Σεπτεμβρίου – Μεγαλώνει η απόσταση από την Ευρωζώνη, ενώ οι λογαριασμοί και τα καύσιμα πιέζουν νοικοκυριά και επιχειρήσεις.
Με την ενέργεια να απορροφά ολοένα μεγαλύτερο μέρος του οικογενειακού εισοδήματος, η ακρίβεια αποκτά ξανά ανησυχητική δυναμική. Η ετήσια αύξηση 25,4% στις τιμές των ενεργειακών προϊόντων, την οποία καταγράφει δημοσίευμα της «Καθημερινής», συνοδεύεται από επιτάχυνση του πληθωρισμού και εντείνει την ανησυχία για το κόστος των βασικών αγαθών τους επόμενους μήνες.
Σύμφωνα με την προκαταρκτική εκτίμηση της Eurostat, ο ετήσιος εναρμονισμένος πληθωρισμός στην Ελλάδα έφτασε τον Σεπτέμβριο του 2026 στο 5,1%, από 3,7% τον Αύγουστο. Στην Ευρωζώνη διαμορφώθηκε στο 3,8%, από 3,2%, με την ελληνική επίδοση να βρίσκεται 1,3 ποσοστιαίες μονάδες υψηλότερα. Eurostat
Η πίεση φαίνεται και στη σύγκριση δύο διαδοχικών μηνών: ο γενικός δείκτης τιμών στην Ελλάδα αυξήθηκε κατά 1,8% από τον Αύγουστο στον Σεπτέμβριο. Πρόκειται για τη δεύτερη υψηλότερη μηνιαία άνοδο στον δημοσιευμένο πίνακα της Ευρωζώνης, μετά την Ιταλία, όπου καταγράφεται 2%. Eurostat
Πίσω από τους δείκτες βρίσκονται δαπάνες που δύσκολα περιορίζονται. Η μετακίνηση για την εργασία, η ηλεκτροδότηση του σπιτιού και η λειτουργία μιας μικρής επιχείρησης απαιτούν χρήματα κάθε μήνα. Όσο αυξάνεται το ενεργειακό κόστος, τόσο μικραίνει το ποσό που απομένει για τις υπόλοιπες ανάγκες.
Σύμφωνα με τα επιμέρους στοιχεία που παρουσιάζει το ρεπορτάζ της Δήμητρας Μανιφάβα στην «Καθημερινή», οι τιμές της ενέργειας στην Ελλάδα αυξήθηκαν κατά 5% μέσα στον Σεπτέμβριο και κατά 25,4% σε σύγκριση με έναν χρόνο νωρίτερα. Για την Ευρωζώνη, η Eurostat εκτιμά τις αντίστοιχες μεταβολές σε 3,9% και 18,8%. Η σύγκριση δείχνει ότι η ενεργειακή επιβάρυνση στη χώρα κινείται εντονότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Eurostat
Το επόμενο κρίσιμο μέτωπο είναι τα τρόφιμα. Η ακριβότερη ενέργεια μπορεί να επιβαρύνει την παραγωγή, την επεξεργασία, την ψύξη και τη μεταφορά των προϊόντων. Το αν και σε ποιον βαθμό αυτό το κόστος θα περάσει στον καταναλωτή θα κριθεί στην αγορά, στις εμπορικές συμφωνίες και στην αποτελεσματικότητα των ελέγχων.
Ήδη, κατά το ίδιο δημοσίευμα, έχουν κοινοποιηθεί στις αρμόδιες υπηρεσίες νέοι τιμοκατάλογοι μεγάλων εταιρειών, με προβλεπόμενες ανατιμήσεις που φτάνουν έως και το 15% σε συγκεκριμένα επώνυμα προϊόντα, μεταξύ άλλων σε τυριά, γαλακτοκομικά και αρτοσκευάσματα. Οι αλλαγές αυτές αναμένονται μετά τον Οκτώβριο. Το ποσοστό αφορά συγκεκριμένα προϊόντα και δεν αποτελεί πρόβλεψη αύξησης 15% για το σύνολο των τροφίμων.
Η εικόνα του Σεπτεμβρίου εμφανίζεται προς το παρόν διαφορετική. Στο δημοσίευμα αναφέρεται μικρή ετήσια υποχώρηση 0,2% στις τιμές των τροφίμων, η οποία συνδέεται με τις μειώσεις σε επιλεγμένους κωδικούς και την εξέλιξη των τιμών στα νωπά προϊόντα. Μια περιορισμένη πτώση του δείκτη, ωστόσο, δεν σημαίνει επιστροφή του οικογενειακού καλαθιού στα επίπεδα πριν από τις διαδοχικές ανατιμήσεις.
Παράλληλη εστία πίεσης αποτελούν οι υπηρεσίες. Το ίδιο ρεπορτάζ καταγράφει ετήσια αύξηση 6,3% στην Ελλάδα, έναντι 3,2% στην Ευρωζώνη, συνδέοντας σημαντικό μέρος αυτής της εξέλιξης με την τουριστική ζήτηση.
Την ανησυχία για τη μεταφορά του ενεργειακού κόστους στα τρόφιμα έχει εκφράσει και ο υπουργός Ανάπτυξης Τάκης Θεοδωρικάκος, σύμφωνα με τις δηλώσεις του στον ΣΚΑΪ που παρατίθενται στο δημοσίευμα. Εξήγησε ότι η έμφαση στη στήριξη του ντίζελ συνδέεται με αυτόν τον κίνδυνο και αναφέρθηκε στο ενδεχόμενο αδικαιολόγητων ανατιμήσεων με επίκληση των καυσίμων.
Παραμένει επίσης ανοιχτό το ζήτημα της συνέχισης της συμφωνίας για μειωμένες τιμές σε βασικούς κωδικούς μετά τον Οκτώβριο. Η κυβερνητική πρόθεση για διατήρησή της δεν ισοδυναμεί ακόμη με εξασφαλισμένη παράταση.
Οι αυξήσεις που καταγράφονται παρά τις παρεμβάσεις στα καύσιμα θέτουν ζήτημα επάρκειας της προστασίας των καταναλωτών. Δεν αρκούν, από μόνες τους, για να μετρηθεί πόσο μεγαλύτερη θα ήταν η επιβάρυνση χωρίς τα μέτρα. Το πρακτικό αποτέλεσμα, όμως, παραμένει πιεστικό: τα νοικοκυριά καλούνται να καλύψουν ακριβότερες ανελαστικές ανάγκες.
Η δοκιμασία για την κυβέρνηση βρίσκεται πλέον στους επόμενους λογαριασμούς και στις τιμές των ραφιών. Εκεί θα φανεί αν η στήριξη και οι έλεγχοι μπορούν να περιορίσουν τη νέα επιβάρυνση, πριν το ενεργειακό κόστος μετατραπεί σε ακόμη έναν γύρο ακρίβειας στα βασικά αγαθά.

