Η παρέμβαση του Γιώργου Πραχαλιά θέτει ερωτήματα για το εύρος της συμφωνίας, τα στρατιωτικά κειμήλια και τη διαδικασία έγκρισής της.
Η επιστροφή 48 εκκλησιαστικών κειμηλίων στην Ελλάδα αποτελεί σημαντική αποκατάσταση της πολιτιστικής μας κληρονομιάς. Η συμφωνία που τη συνοδεύει, όμως, βρίσκεται στο επίκεντρο της κριτικής του Δρ. Γιώργου Πραχαλιά, ο οποίος υποστηρίζει ότι η παράδοση των λειψάνων του Τσάρου Σαμουήλ στη Βουλγαρία έγινε χωρίς να εξασφαλιστεί το σύνολο των παλαιότερων ελληνικών διεκδικήσεων.
Ποιες εγγυήσεις υπάρχουν για όσα εξακολουθεί να διεκδικεί η ελληνική πλευρά και με ποια μέσα θα επιδιώξει πλέον την επιστροφή τους;
Σύμφωνα με την επίσημη ανακοίνωση, τα 48 κειμήλια προέρχονται από τις Μονές Παναγίας Εικοσιφοίνισσας και Τιμίου Προδρόμου Σερρών, καθώς και από τη Μητρόπολη Σερρών και Νιγρίτης. Είχαν μεταφερθεί στη Σόφια κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η ελληνική πλευρά συμφώνησε να παραδώσει τα λείψανα που αποδίδονται στον Σαμουήλ και το υπόλοιπο ανθρωπολογικό υλικό από τέσσερις σαρκοφάγους της Βασιλικής του Αγίου Αχιλλείου, στη Μικρή Πρέσπα.
Η τελετή υπογραφής του πρωτοκόλλου πραγματοποιήθηκε στο Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού, παρουσία του Κυριάκου Μητσοτάκη. Ο πρωθυπουργός παρουσίασε τη συμφωνία ως αποτέλεσμα μακρόχρονης πολιτιστικής διπλωματίας και ως πρώτο στάδιο για περαιτέρω επιστροφές αντικειμένων. Παράλληλα, απέδωσε την προηγούμενη ακινησία, μεταξύ άλλων, στη λογική των «μαξιμαλιστικών απαιτήσεων».
Ακριβώς στο εύρος των απαιτήσεων εστιάζει η παρέμβαση Πραχαλιά. Ο ίδιος αναφέρει ότι, ως επιτελής του Γενικού Επιτελείου Στρατού, συμμετείχε στην κατάρτιση του ελληνικού φακέλου το 2014. Κατά την περιγραφή του, η τότε διαπραγμάτευση περιλάμβανε πολύ περισσότερα από την επιστροφή εκκλησιαστικών θησαυρών.
Συγκεκριμένα, υποστηρίζει ότι η Ελλάδα ζητούσε και αρχεία και συλλεκτικά μηχανήματα της Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού, τα οποία, όπως αναφέρει, αφαιρέθηκαν από τους Βουλγάρους το 1944. Στον ίδιο φάκελο εντάσσει το αίτημα επαναπατρισμού των σορών των ταγματαρχών Γεωργίου Κολοκοτρώνη και Ιωάννη Βελισσαρίου, που έπεσαν στον Β΄ Βαλκανικό Πόλεμο, καθώς και την ίδρυση ελληνικού στρατιωτικού κοιμητηρίου στη Βουλγαρία.
Σύμφωνα πάντοτε με τη μαρτυρία του, η βουλγαρική πλευρά δεν αποδέχθηκε το συνολικό πλαίσιο και η διαπραγμάτευση σταμάτησε. Η σημερινή του ένσταση είναι ότι η Ελλάδα παραχώρησε ένα ιδιαίτερα ισχυρό διαπραγματευτικό μέσο, προχωρώντας σε μια σαφώς περιορισμένη διευθέτηση. Τα στοιχεία για το ακριβές περιεχόμενο εκείνου του φακέλου αποτελούν δική του δημόσια μαρτυρία και χρειάζονται αντιπαραβολή με τα υπηρεσιακά έγγραφα.
Υπάρχει, ωστόσο, μια ουσιώδης πρόβλεψη στην επίσημη ανακοίνωση: οι δύο χώρες συμφώνησαν να συνεχίσουν τις διαπραγματεύσεις για ιστορικά αντικείμενα που δεν περιλήφθηκαν στην παρούσα συμφωνία. Επομένως, δεν τεκμηριώνεται από την ανακοίνωση ότι η Ελλάδα παραιτήθηκε από όλες τις υπόλοιπες διεκδικήσεις.
Η πρόβλεψη αυτή αφήνει ανοιχτά κρίσιμα ερωτήματα. Ποια αντικείμενα αφορά; Υπάρχει συγκεκριμένος κατάλογος και χρονοδιάγραμμα; Περιλαμβάνονται οι στρατιωτικές εκκρεμότητες που περιγράφει ο Πραχαλιάς; Η δέσμευση για συνέχιση των συζητήσεων χρειάζεται να αξιολογηθεί με βάση το ακριβές περιεχόμενό της.
Ο Πραχαλιάς θέτει επιπλέον ζήτημα συνταγματικής διαδικασίας, καταγγέλλοντας εφαρμογή της συμφωνίας χωρίς προηγούμενη κύρωση από τη Βουλή και χωρίς έκθεση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους. Πρόκειται για σοβαρό ισχυρισμό, ο οποίος δεν μπορεί να παρουσιαστεί ως διαπιστωμένη παρανομία μόνο βάσει της ανάρτησης.
Το άρθρο 36 του Συντάγματος ορίζει συγκεκριμένες κατηγορίες συνθηκών που απαιτούν κύρωση με νόμο. Το άρθρο 75 συνδέει την έκθεση του Γενικού Λογιστηρίου με νομοθετικές προτάσεις που επιβαρύνουν τον προϋπολογισμό. Για ασφαλές συμπέρασμα στη συγκεκριμένη υπόθεση χρειάζεται εξέταση του πλήρους μνημονίου, των υποχρεώσεων που δημιουργεί και της νομικής βάσης εφαρμογής του. Στις επίσημες ανακοινώσεις που εξετάστηκαν δεν παρατίθεται το πλήρες μνημόνιο ούτε η αναλυτική νομική τεκμηρίωση.
Η κυβέρνηση και το Υπουργείο Πολιτισμού οφείλουν να δώσουν συγκεκριμένες απαντήσεις για το περιεχόμενο της συμφωνίας, τις διεκδικήσεις που παραμένουν ενεργές και τη διαδικασία που ακολουθήθηκε. Η επιστροφή των 48 κειμηλίων έχει αυταξία. Η συνολική αποτίμηση των χειρισμών απαιτεί, όμως, να γνωρίζουμε τι εξασφαλίστηκε και τι εξακολουθεί να εκκρεμεί.

