Στα γενέθλια της Νέας Δημοκρατίας, ο Κυριάκος Μητσοτάκης παρουσίασε την Ελλάδα ως «παράδειγμα προς μίμηση», επικαλούμενος την ανάπτυξη και την υποχώρηση της ανεργίας. Παράλληλα, προειδοποίησε για τον λαϊκισμό και την επιστροφή στο παρελθόν. Το κομματικό ακροατήριο μπορεί να ικανοποιείται από αυτή την εικόνα. Η κοινωνία, όμως, δικαιούται να ζητά τον λογαριασμό.
Ποια ακριβώς Ελλάδα καλούνται να μιμηθούν οι υπόλοιποι Ευρωπαίοι;
Σύμφωνα με τη Eurostat, το 2024 ο μέσος ετήσιος μισθός, προσαρμοσμένος σε πλήρη απασχόληση, ήταν περίπου 18.000 ευρώ στην Ελλάδα, έναντι 39.800 ευρώ στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η Ελλάδα βρισκόταν στη δεύτερη χαμηλότερη θέση της συγκεκριμένης σύγκρισης, πάνω από τη Βουλγαρία. Πρόκειται για μισθούς σε ευρώ, όχι για κατάταξη αγοραστικής δύναμης. Ακόμη και με αυτή την απαραίτητη διάκριση, η απόσταση από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο είναι αποκαλυπτική.
Την ίδια χρονιά, το κόστος στέγασης απορροφούσε κατά μέσο όρο το 36% του διαθέσιμου εισοδήματος των ελληνικών νοικοκυριών, έναντι 19% στην ΕΕ. Ήταν το υψηλότερο ποσοστό μεταξύ των κρατών-μελών. Να, λοιπόν, μια ευρωπαϊκή πρωτιά που δύσκολα χωράει στα γενέθλια και στα χειροκροτήματα.
Για τον εργαζόμενο που υπολογίζει αν θα του φτάσουν τα χρήματα μέχρι το τέλος του μήνα, η ανάπτυξη χρειάζεται πρακτικό αντίκρισμα: αξιοπρεπή μισθό, προσιτή κατοικία, δυνατότητα αποταμίευσης. Για τον μικρομεσαίο επαγγελματία, χρειάζεται περιθώριο να πληρώνει τις υποχρεώσεις του και να κρατά όρθια την επιχείρησή του. Οι πανηγυρισμοί δεν εξοφλούν λογαριασμούς.
Η κυβέρνηση οφείλει επίσης να εξηγήσει πώς μοιράζονται τα οφέλη της οικονομικής πολιτικής της. Πόσο αποτελεσματικά προστατεύεται ο καταναλωτής από πρακτικές που περιορίζουν τον ανταγωνισμό; Πόσο υπηρετεί η τραπεζική χρηματοδότηση τις μικρές επιχειρήσεις; Με ποιο μετρήσιμο όφελος για τον πολίτη αξιοποιείται η δημόσια περιουσία;
Το ίδιο ισχύει για τις επενδύσεις. Η αγορά ενός υπάρχοντος περιουσιακού στοιχείου και η δημιουργία μιας νέας παραγωγικής μονάδας έχουν διαφορετικό οικονομικό αποτέλεσμα. Η ουσιαστική αποτίμηση απαιτεί θέσεις εργασίας, προστιθέμενη αξία και ενίσχυση της παραγωγής. Το ύψος μιας συναλλαγής από μόνο του δεν απαντά σε αυτά τα ερωτήματα.
Και η δημοσιονομική επιτυχία κρίνεται μαζί με το κοινωνικό της αποτέλεσμα. Ένα πλεόνασμα χρειάζεται εξήγηση για το ποιος το χρηματοδότησε και πώς επιστρέφει στην κοινωνία. Η επίκλησή του δεν απαλλάσσει καμία κυβέρνηση από τον έλεγχο για τη φορολογική επιβάρυνση, τις δημόσιες υπηρεσίες και τη διαχείριση του δημόσιου χρήματος.
Στην εξωτερική πολιτική, η συζήτηση για την Κάσο απαιτεί επίσης καθαρές απαντήσεις. Ο Άγγελος Συρίγος υποστήριξε ότι η Ελλάδα έκανε δύο φορές πίσω το 2024 στην υπόθεση του καλωδίου, εξηγώντας ότι θεωρούσε αναγκαία την προσαρμογή στην τουρκική στάση. Η κυβέρνηση αρνήθηκε ότι υπήρξε υποχώρηση. Αυτή η διαφορά περιγραφής επιβάλλει συγκεκριμένη ενημέρωση για τους χειρισμούς και το αποτέλεσμά τους.
Ο χαρακτηρισμός «λαϊκισμός» δεν αποτελεί απάντηση σε κανένα από αυτά τα ερωτήματα.
Ο πολίτης που διαμαρτύρεται για το εισόδημά του δικαιούται απάντηση για το εισόδημά του. Εκείνος που ζητά λογοδοσία δικαιούται στοιχεία. Και όποιος αμφισβητεί την κυβέρνηση ασκεί δημοκρατικό δικαίωμα, χωρίς να χρειάζεται πιστοποιητικό πολιτικής ορθότητας από το Μέγαρο Μαξίμου.
Η ταύτιση της παραμονής μιας κυβέρνησης με τη σωτηρία της χώρας φανερώνει βαθιά αλαζονεία. Καμία εκλογική νίκη δεν παρέχει λευκή επιταγή και κανένα κόμμα δεν διαθέτει τίτλο ιδιοκτησίας επί της Ελλάδας.
Κύριε Μητσοτάκη, το δύσκολο είναι να πείσετε εκείνον που ανοίγει τον λογαριασμό του και αναρωτιέται πού βρίσκεται η ευημερία που περιγράφετε. Εκεί θα κριθεί το «παράδειγμα προς μίμηση».
Στα γενέθλια ενός κόμματος περισσεύουν οι ευχές. Στη διακυβέρνηση μιας χώρας απαιτούνται αποδείξεις.

