Γράφει ο Ευάγγελος Λιαμπότης
Κοιτάζω αυτή την πολιτική διαδρομή και αναρωτιέμαι: γελάς λιγάκι; Γελάς πολύ; Ή μήπως, όταν συνειδητοποιήσεις τι ακριβώς έχει συμβεί, δεν γελάς καθόλου;
Στελέχη που συνδέθηκαν με το ΠΑΣΟΚ, που υπηρέτησαν τις κυβερνήσεις του και υπερασπίστηκαν τις επιλογές του, βρήκαν θέση στις κυβερνήσεις του Κυριάκου Μητσοτάκη. Ο Χρυσοχοΐδης και ο Φλωρίδης αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα αυτής της διαδρομής. Πρόσωπα με κυβερνητικό παρελθόν επί Σημίτη, υπουργοί και επί Μητσοτάκη.
Και εμείς καλούμαστε να παρακολουθούμε αυτή τη μετακόμιση σαν να αποτελεί το πιο φυσιολογικό πράγμα στον κόσμο. Να ακούμε για ανανέωση και να αναγνωρίζουμε πρόσωπα από προηγούμενες κυβερνητικές εποχές. Να ακούμε για νέες αφετηρίες και να βλέπουμε τις παλιές διαδρομές να καταλήγουν ξανά σε υπουργικά γραφεία.
Πόσο καινούργιο μπορεί να είναι ένα πολιτικό σχέδιο, όταν η ανανέωσή του θυμίζει ανακατανομή θέσεων ανάμεσα σε γνώριμα πρόσωπα;
Προσωπικά, δεν θεωρώ ότι η κομματική προέλευση αποτελεί ισόβια δέσμευση. Ο καθένας μπορεί να αναθεωρήσει, να διαφωνήσει, να αλλάξει πορεία. Περιμένω, όμως, να ακούσω μια πολιτική εξήγηση αντίστοιχη του μεγέθους της μετακίνησης.
Τι άλλαξε; Ποιες παλιές επιλογές κρίθηκαν λανθασμένες; Ποιες αρχές έφεραν κοντά ανθρώπους που κάποτε βρίσκονταν σε αντίπαλα στρατόπεδα; Και γιατί η επίκληση της εμπειρίας αρκεί για να παραμεριστεί κάθε συζήτηση για την ευθύνη που συνοδεύει αυτή την εμπειρία;
Το ίδιο ερώτημα απευθύνω στον Κυριάκο Μητσοτάκη. Όταν αναθέτεις κεντρικούς ρόλους σε στελέχη άλλων πολιτικών διαδρομών, οφείλεις να εξηγήσεις ποια ταυτότητα δίνεις στην παράταξη της οποίας ηγείσαι. Η «διεύρυνση» δεν μπορεί να λειτουργεί ως απάντηση για τα πάντα.
Γιατί ένα κόμμα έχει ιστορία, αρχές, κοινωνικές αναφορές. Έχει ανθρώπους που το στήριξαν όταν βρισκόταν στην αντιπολίτευση, που πίστεψαν στις θέσεις του και συγκρούστηκαν πολιτικά για αυτές. Αυτοί οι άνθρωποι δικαιούνται να γνωρίζουν τι απέγιναν οι διαφορές για τις οποίες τους ζητούσαν να αγωνιστούν.
Δεν γίνεται η μνήμη να είναι υποχρέωση για τον ψηφοφόρο και προαιρετική αποσκευή για το στέλεχος.
Όταν λέω ότι δυσκολεύομαι να αναγνωρίσω τη Νέα Δημοκρατία, αναφέρομαι ακριβώς σε αυτή την αλλοίωση της πολιτικής της φυσιογνωμίας. Στην εντύπωση ότι η παράταξη προσαρμόζεται διαρκώς στις επιλογές του αρχηγού, μέχρι οι επιλογές του αρχηγού να γίνουν η μοναδική της ταυτότητα.
Το σημιτικό ΠΑΣΟΚ βρήκε πολιτική στέγη. Ο Μητσοτάκης βρήκε στελέχη για τις κυβερνήσεις του. Το ερώτημα που μένει είναι τι βρίσκει μέσα σε όλα αυτά ο πολίτης που περίμενε μια ουσιαστική αλλαγή.
Γελάς, λοιπόν;
Στην αρχή, ίσως. Ύστερα θυμάσαι πόσοι πολίτες τσακώθηκαν για παρατάξεις, την ώρα που ορισμένοι από τους πρωταγωνιστές τους αποδείχθηκαν απολύτως ικανοί να συνυπάρξουν γύρω από το ίδιο υπουργικό τραπέζι.
Οι ψηφοφόροι κράτησαν τις διαφορές. Οι πολιτικοί βρήκαν τις θέσεις.

