Στα 96 του χρόνια αποχωρεί από την προεδρία της Berkshire Hathaway. Ο γιος του, Χάουαρντ, αναλαμβάνει το διοικητικό συμβούλιο, ενώ ο Γκρεγκ Άμπελ κρατά την ευθύνη της επιχειρηματικής διοίκησης.
Για περισσότερες από έξι δεκαετίες, το όνομα του Γουόρεν Μπάφετ έγινε σχεδόν συνώνυμο της Berkshire Hathaway. Τώρα, ο άνθρωπος που μετέτρεψε μια προβληματική κλωστοϋφαντουργία σε παγκόσμια επιχειρηματική δύναμη αποχωρεί από την προεδρία της. Η αλλαγή ανακοινώθηκε στις 18 Σεπτεμβρίου 2026, με τον ίδιο να παραμένει μέλος του διοικητικού συμβουλίου και να λαμβάνει τον τίτλο του επίτιμου προέδρου.
Η διαδοχή έχει δύο διακριτά σκέλη. Ο Χάουαρντ Μπάφετ αναλαμβάνει την προεδρία και την αποστολή να διαφυλάξει τις αρχές της εταιρείας. Την καθημερινή διοίκηση και τις επιχειρηματικές αποφάσεις συνεχίζει να έχει ο διευθύνων σύμβουλος Γκρεγκ Άμπελ, ο οποίος ανέλαβε στις αρχές του 2026, μετά την αποχώρηση του Μπάφετ από την εκτελεστική ηγεσία στο τέλος του 2025. Τ
Στην επιστολή του προς τους μετόχους, ο Μπάφετ δηλώνει ότι ο Άμπελ ξεπέρασε τις ήδη υψηλές προσδοκίες του. Για τον γιο του υπενθυμίζει την παρουσία του στο συμβούλιο από το 1993. Η φιλοσοφία της μετάβασης είναι σαφής: επιχειρηματική ευθύνη στον διευθύνοντα σύμβουλο και προστασία της εταιρικής κουλτούρας στην προεδρία.
Πίσω από αυτή τη διαδοχή βρίσκεται μια διαδρομή που ξεκίνησε πολύ πριν από τα μεγάλα χρηματιστηριακά πρωτοσέλιδα. Γεννημένος στις 30 Αυγούστου 1930 στην Ομάχα της Νεμπράσκα, ο Μπάφετ μεγάλωσε σε οικογένεια με επαγγελματικούς δεσμούς με τις επενδύσεις. Ο πατέρας του, Χάουαρντ, εξελέγη αργότερα στο αμερικανικό Κογκρέσο.
Η πρώτη αγορά μετοχών ήρθε όταν ήταν μόλις έντεκα ετών. Αγόρασε μετοχές της Cities Service, τις είδε να υποχωρούν και τις πούλησε όταν ανέκαμψαν, εξασφαλίζοντας ένα μικρό κέρδος. Η μεγαλύτερη άνοδος που ακολούθησε έδωσε στην εμπειρία εκείνη τη θέση της στη βιογραφία του: ένα πρώιμο μάθημα για το κόστος της βιασύνης.
Στα εφηβικά του χρόνια μοίραζε εφημερίδες και αναζητούσε τρόπους να μετατρέψει τις οικονομίες του σε κεφάλαιο. Αργότερα, στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια, συνδέθηκε με τον Μπέντζαμιν Γκράχαμ, τον δάσκαλο που επηρέασε καθοριστικά την επενδυτική του σκέψη.
Η κεντρική ιδέα ήταν απλή στην περιγραφή και απαιτητική στην εφαρμογή: η τιμή μιας μετοχής δεν ταυτίζεται υποχρεωτικά με την αξία της επιχείρησης. Η αναζήτηση αυτής της διαφοράς απαιτεί μελέτη, αυτοσυγκράτηση και αντοχή απέναντι στον ενθουσιασμό ή στον φόβο της αγοράς.
Το 1962 άρχισε να αγοράζει μετοχές της Berkshire Hathaway και το 1965 απέκτησε τον έλεγχό της. Η κλωστοϋφαντουργία έγινε σταδιακά η βάση ενός ομίλου με δραστηριότητες σε πολλούς κλάδους. Η μεγάλη του επιτυχία ήταν ότι χρησιμοποίησε μια επιχείρηση με περιορισμένες προοπτικές ως αφετηρία για μια εντελώς διαφορετική επιχειρηματική πορεία.
Εξίσου καθοριστική υπήρξε η δημόσια παρουσία του. Οι επιστολές προς τους μετόχους απέκτησαν αναγνώστες πολύ πέρα από τους επενδυτές της Berkshire. Με απλή γλώσσα, χιούμορ και παραδείγματα της καθημερινότητας, μπορούσε να εξηγεί περίπλοκες αποφάσεις χωρίς να τις κρύβει πίσω από τεχνικούς όρους.
Η εικόνα του προσιτού δισεκατομμυριούχου ενισχύθηκε από την επιλογή του να διατηρήσει το σπίτι που αγόρασε στην Ομάχα το 1958, έναντι 31.500 δολαρίων. Αυτή η προσωπική λιτότητα συνυπήρχε με την αυστηρή επιδίωξη αποδόσεων και την ικανότητα να διαπραγματεύεται ιδιαίτερα ευνοϊκούς όρους για τις επενδύσεις του.
Σημαντικό μέρος της δημόσιας κληρονομιάς του συνδέεται και με τη φιλανθρωπία. Το 2010, μαζί με τον Μπιλ και τη Μελίντα Γκέιτς, συνέβαλε στη δημιουργία του Giving Pledge, καλώντας τους υπερπλούσιους να δεσμευτούν ότι θα διαθέσουν το μεγαλύτερο μέρος της περιουσίας τους για κοινωφελείς σκοπούς.
Η αποχώρησή του ανοίγει πλέον ένα διαφορετικό κεφάλαιο. Για τους διαδόχους του, η πρόκληση θα είναι να παίρνουν αποφάσεις που ανταποκρίνονται στις δικές τους συνθήκες, διατηρώντας την εμπιστοσύνη που εκείνος οικοδόμησε επί δεκαετίες.
Ο Μπάφετ απέδειξε ότι μπορούσε να δημιουργήσει μια αυτοκρατορία. Το επόμενο μεγάλο τεστ για την Berkshire είναι να αποδείξει ότι η δύναμή της έχει περάσει από το πρόσωπο που τη διαμόρφωσε στον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί.

