Αν πιστέψει κανείς τον αρμόδιο υπουργό, στην Ελλάδα δεν υπάρχει απολύτως κανένα ζήτημα Ελευθερίας του Τύπου. Οι διεθνείς οργανισμοί που εκθέτουν τη χώρα είναι περίπου ύποπτοι, οι υποκλοπές είναι σχεδόν… αλγόριθμος διαφήμισης, οι αγωγές εκφοβισμού δεν είναι SLAPPs, η σάτιρα επιτρέπεται μόνο όταν δεν τσούζει και οι επίμονες ερωτήσεις στα briefing βαφτίζονται «ακτιβισμός».
Με άλλα λόγια, δεν μας είπε απλώς ότι όλα βαίνουν καλώς. Μας είπε κάτι βαρύτερο: ότι η εξουσία έχει ήδη αποφασίσει να παρουσιάζει ως φυσιολογική την ίδια τη θεσμική εκτροπή. Και αυτό δεν είναι απάντηση κυβέρνησης. Είναι ομολογία πολιτικής αλαζονείας.
Η “ελευθερία” αλά καρτ
Οι Ρεπόρτερ Χωρίς Σύνορα δεν αρέσουν, άρα είναι περίπου προκατειλημμένοι. Η έκθεση της Κομισιόν βολεύει περισσότερο, άρα είναι η σωστή.
Αυτή είναι η νέα κυβερνητική θεωρία για την ελευθεροτυπία: θεσμός είναι όποιος συμφωνεί μαζί μας, πρόβλημα είναι όποιος μας εκθέτει.
Δεν πρόκειται για υπεράσπιση της χώρας. Πρόκειται για υπεράσπιση της εξουσίας από τον έλεγχο. Για μια επιχείρηση πολιτικού ξεπλύματος, όπου η πραγματικότητα δεν αξιολογείται με βάση τα γεγονότα αλλά με βάση το αν υπηρετεί το αφήγημα του Μαξίμου.
Και κάπως έτσι, η ελευθερία του Τύπου δεν μετριέται με όρους δημοκρατίας, αλλά με όρους κυβερνητικής ευκολίας.
Σάτιρα είναι μόνο ό,τι δεν ενοχλεί την κυβέρνηση
Ο υπουργός δηλώνει ότι δεν έχει κανένα πρόβλημα με τη σάτιρα. Αρκεί, βέβαια, να του αρέσει. Αρκεί να τη θεωρεί «έξυπνη». Αρκεί να μην τον ξεγυμνώνει πολιτικά.
Γιατί όταν η σάτιρα χτυπά την εξουσία εκεί που πονά, παύει ξαφνικά να είναι σάτιρα και βαφτίζεται «δολοφονία χαρακτήρων».
Αυτό είναι όλο το πρόβλημα της κυβέρνησης με την ελευθερία της έκφρασης: ανέχεται την αποστειρωμένη κριτική, αλλά μισεί την κριτική που αφήνει σημάδι.
Θέλει γελοιογραφία χωρίς δηλητήριο, χιούμορ χωρίς πολιτικό δόντι, δημόσιο λόγο χωρίς κόστος για τους ισχυρούς.
Με δυο λόγια, θέλει μια δημοκρατία ντεκόρ: να μιλάς, αρκεί να μην ακούγεσαι. Να σατιρίζεις, αρκεί να μην πετυχαίνεις στόχο.
Υποκλοπές, SLAPPs, briefing: η κανονικοποίηση του αυταρχισμού
Οι υποκλοπές υποβαθμίζονται με φαιδρές συγκρίσεις τύπου «ψάχνεις παπούτσια και μετά σου βγάζει διαφήμιση». Οι αγωγές εκφοβισμού εξαφανίζονται επειδή προηγείται ένα εξώδικο. Οι αναπάντητες ερωτήσεις στα briefing μετατρέπονται σε πρόβλημα των δημοσιογράφων που επιμένουν.
Δεν είναι αθώες αυτές οι διατυπώσεις. Είναι η γλώσσα της κανονικοποίησης.
Όταν η εξουσία σου λέει ότι οι παρακολουθήσεις δεν είναι και τίποτα τρομερό, ότι οι νομικές πιέσεις είναι απλή «ισότητα απέναντι στον νόμο» και ότι ο επίμονος έλεγχος είναι «ακτιβισμός», τότε δεν υπερασπίζεται θεσμούς.
Χτίζει ένα πολιτικό περιβάλλον όπου ο δημοσιογράφος πρέπει να φοβάται, ο σατιρικός να μαζεύεται, ο πολίτης να συνηθίζει και η κυβέρνηση να εμφανίζεται ως θύμα επειδή της κάνουν ερωτήσεις.
Αυτό δεν λέγεται αυτοπεποίθηση εξουσίας. Λέγεται καθεστωτική νευρικότητα με γραβάτα.
Η πιο ειλικρινής φράση ίσως ήταν η τελευταία: «Δημοσιογράφος ήθελα να γίνω».
Κρίμα. Γιατί η δημοσιογραφία δεν έχασε απλώς έναν επαγγελματία. Γλίτωσε έναν άνθρωπο που φαίνεται να πιστεύει πως ελευθεροτυπία είναι να μιλά η εξουσία ακατάπαυστα και να χειροκροτεί ο υπόλοιπος τόπος.
Και αυτό ακριβώς είναι το πιο ανατριχιαστικό συμπέρασμα της ημέρας: δεν έχουμε απέναντί μας απλώς έναν υπουργό που υποτιμά το πρόβλημα. Έχουμε έναν ολόκληρο μηχανισμό που επιχειρεί να μας πείσει ότι η λογοδοσία είναι υπερβολή, η σάτιρα είναι ύβρις, η επιμονή είναι ενόχληση και η παρακμή είναι “κανονικότητα”.
Η ελευθερία του Τύπου δεν απειλείται μόνο όταν φιμώνεται. Απειλείται και όταν γελοιοποιείται από εκείνους που όφειλαν να την προστατεύουν.

