Η κυβερνητική πλειοψηφία δηλώνει μέσω «πηγών» ότι δεν θα στηρίξει την πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ για την Ε΄ Αντιπροεδρία – Η Πλεύση Ελευθερίας απαντά ότι θα την ψηφίσει
Η Νέα Δημοκρατία δεν προτίθεται να υπερψηφίσει την Έλενα Ακρίτα για τη θέση της Ε΄ Αντιπροέδρου της Βουλής, σύμφωνα με κοινοβουλευτικές πηγές του κυβερνώντος κόμματος. Την υποψηφιότητα προτείνει ο ΣΥΡΙΖΑ μετά την αποχώρηση της Όλγας Γεροβασίλη από την Κοινοβουλευτική του Ομάδα και την παραίτησή της από το αξίωμα.
Η απόφαση δεν ανακοινώθηκε επώνυμα και θεσμικά. Μεταδόθηκε μέσω κοινοβουλευτικών πηγών της ΝΔ, οι οποίες απέδωσαν την άρνηση στο πρόσωπο της βουλευτού Επικρατείας και στο «μη συναινετικό» ή «τοξικό» προφίλ της. Οι ίδιες πηγές φέρονται να εκτιμούν ότι η Βουλή μπορεί να λειτουργήσει και χωρίς πέμπτο αντιπρόεδρο.
Αυτό ακριβώς είναι το πολιτικό ζήτημα. Όχι αν η κυβέρνηση συμπαθεί την Έλενα Ακρίτα. Ούτε αν συμφωνεί με τον λόγο και τις παρεμβάσεις της. Το ερώτημα είναι αν η κοινοβουλευτική πλειοψηφία θεωρεί ότι δικαιούται να επιλέγει και ποιο πρόσωπο της αντιπολίτευσης είναι αρκετά «συναινετικό» για να καταλάβει μια θέση που ο Κανονισμός προβλέπει στο πλαίσιο της διακομματικής σύνθεσης του Προεδρείου.
Δεν υπάρχει «έγκριση», υπάρχει όμως η δύναμη του μπλόκου
Τυπικά, η ΝΔ δεν διαθέτει κάποιο ιδιαίτερο δικαίωμα «έγκρισης» της υποψηφιότητας. Η ειρωνική λέξη που χρησιμοποίησε η Ζωή Κωνσταντοπούλου φωτίζει, όμως, την ουσία: η απαιτούμενη ψηφοφορία δίνει στην κυβερνητική πλειοψηφία τη δυνατότητα να εμποδίσει στην πράξη την εκλογή.
Ο Κανονισμός της Βουλής οργανώνει τη σύνθεση του Προεδρείου έτσι ώστε σε αυτό να εκπροσωπούνται διαφορετικές Κοινοβουλευτικές Ομάδες. Η Ε΄ Αντιπροεδρία είναι η θέση που κατείχε ο ΣΥΡΙΖΑ με την Όλγα Γεροβασίλη και για την οποία το κόμμα προτείνει τώρα την Έλενα Ακρίτα. Η εκλογή δεν είναι αυτόματη, αλλά ούτε και η θέση αποτελεί κομματικό λάφυρο της πλειοψηφίας.
Η ΝΔ μπορεί αριθμητικά να μπλοκάρει την υποψηφιότητα. Το κρίσιμο είναι με ποια αιτιολογία χρησιμοποιεί αυτή τη δύναμη. Διότι αν το κριτήριο είναι ότι μια βουλευτής άσκησε σφοδρή κριτική στην κυβέρνηση, τότε η πολιτική διαφωνία μετατρέπεται σε λόγο θεσμικού αποκλεισμού.
Η αντιπολίτευση δεν υπάρχει για να είναι ευχάριστη στην κυβέρνηση. Υπάρχει για να την ελέγχει. Και η συναίνεση που απαιτεί ένας θεσμικός ρόλος δεν ταυτίζεται με τη σιωπή, την πολιτική ουδετέρωση ή την αποδοχή των κυβερνητικών ορίων στην κριτική.
Βεβαίως, κάθε βουλευτής και κάθε κόμμα δικαιούται να κρίνει το πρόσωπο που προτείνεται. Η Έλενα Ακρίτα έχει επιλέξει πολλές φορές έναν ιδιαίτερα οξύ και συγκρουσιακό δημόσιο λόγο, ο οποίος επίσης υπόκειται σε πολιτική κριτική. Όταν όμως η απόρριψη ανακοινώνεται από ανώνυμες «πηγές» με έναν γενικό χαρακτηρισμό περί τοξικότητας, χωρίς συγκεκριμένη θεσμική αιτιολόγηση, τότε η απόσταση από την πολιτική κρίση έως την επιβολή βέτο γίνεται επικίνδυνα μικρή.
Η απάντηση Κωνσταντοπούλου και η στήριξη της Πλεύσης
Η Ζωή Κωνσταντοπούλου ανακοίνωσε ότι η Πλεύση Ελευθερίας θα ψηφίσει την Έλενα Ακρίτα, υποστηρίζοντας ότι μπορεί να υπηρετήσει επάξια τη θέση και «σαφώς καλύτερα από άλλους».
Στην αιχμηρή παρέμβασή της παρέθεσε μια μεγάλη σειρά κυβερνητικών βουλευτών και στελεχών, συνδέοντάς τους με προσβλητικές δημόσιες φράσεις, περιστατικά βίαιης συμπεριφοράς, τα Τέμπη, τον ΟΠΕΚΕΠΕ και άλλες πολιτικές υποθέσεις. Οι αναφορές αυτές αποτελούν τη δική της πολιτική καταγγελία· αρκετές αφορούν δημόσια καταγεγραμμένα επεισόδια, ενώ άλλες περιλαμβάνουν χαρακτηρισμούς, πολιτικές αποδόσεις ευθύνης ή υποθέσεις που δεν έχουν κριθεί δικαστικά.
Το επιχείρημά της, πάντως, είναι σαφές: η ΝΔ εμφανίζεται πρόθυμη να συνυπάρχει πολιτικά με στελέχη που έχουν προκαλέσει με συμπεριφορές και δηλώσεις, αλλά θεωρεί ακατάλληλη για το Προεδρείο μια γυναίκα επειδή αντιπαρατίθεται σκληρά με την κυβέρνηση.
Η ίδια η Έλενα Ακρίτα απάντησε ότι αισθάνεται δικαιωμένη για αυτό το «παράσημο», εκτιμώντας πως η κυβερνητική άρνηση δείχνει ότι κάτι έκανε σωστά κατά την κοινοβουλευτική της θητεία. Ο ΣΥΡΙΖΑ, από την πλευρά του, κατηγόρησε την κυβέρνηση ότι παρουσιάζει «αλλεργία» στην κριτική και στον κοινοβουλευτικό έλεγχο.
Η εκπροσώπηση των γυναικών και η αναγκαία ακρίβεια
Η Ζωή Κωνσταντοπούλου συνέδεσε την υπόθεση και με τη νέα γυναικοκτονία στη Ροδόπη, όπου μια 44χρονη μητέρα έχασε τη ζωή της και ο 53χρονος σύζυγός της συνελήφθη κατηγορούμενος για ανθρωποκτονία με δόλο, ενδοοικογενειακή βία και παράβαση της νομοθεσίας περί όπλων.
Τόνισε ότι την ίδια ημέρα η ΝΔ επιχειρεί να αφήσει το Προεδρείο της Βουλής χωρίς καμία γυναίκα. Εδώ απαιτείται μία διόρθωση για να μη χαθεί το ουσιαστικό επιχείρημα μέσα σε μια ανακριβή γενίκευση: στο ευρύτερο Προεδρείο υπάρχουν γυναίκες μεταξύ των Κοσμητόρων και των Γραμματέων. Μετά την παραίτηση της Όλγας Γεροβασίλη, όμως, όλες οι θέσεις της Προεδρίας και των υπηρετούντων Αντιπροέδρων καταλαμβάνονται από άνδρες. Αν η Έλενα Ακρίτα δεν εκλεγεί, αυτό δεν θα αλλάξει.
Η χρονική σύμπτωση δεν αποδεικνύει από μόνη της σεξιστικό κίνητρο πίσω από την απόφαση της ΝΔ. Αναδεικνύει, όμως, έναν πολιτικό συμβολισμό που η κυβερνητική πλειοψηφία δεν μπορεί να αγνοεί: σε μια Βουλή όπου οι γυναίκες παραμένουν υποεκπροσωπούμενες, η μοναδική γυναίκα στο ανώτερο επίπεδο του Προεδρείου αποχωρεί και η προτεινόμενη διάδοχός της απορρίπτεται ως «μη συναινετική».
Ένα θεσμικό προηγούμενο που δεν πρέπει να περάσει ελαφρά
Η μη εκλογή υποψηφίου κόμματος της αντιπολίτευσης για θέση αντιπροέδρου δεν είναι μια συνηθισμένη κοινοβουλευτική λεπτομέρεια. Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά καταγεγραμμένα προηγούμενα ήταν το 2015, όταν υποψήφιος της Χρυσής Αυγής δεν συγκέντρωσε την απαιτούμενη πλειοψηφία και η θέση έμεινε κενή.
Η αναφορά αυτού του προηγουμένου δεν εξισώνει, ασφαλώς, την Έλενα Ακρίτα με τη Χρυσή Αυγή. Δείχνει ακριβώς πόσο βαρύ πολιτικό εργαλείο είναι η συλλογική απόρριψη του προσώπου που προτείνει μια Κοινοβουλευτική Ομάδα για τη θέση που της αναλογεί.
Η ΝΔ οφείλει, επομένως, να εξηγήσει επώνυμα και καθαρά ποιο συγκεκριμένο θεσμικό κώλυμα εντοπίζει. Η έντονη κριτική; Η πολιτική σύγκρουση; Ο δημόσιος λόγος; Ή απλώς η άρνηση της Έλενας Ακρίτα να γίνει μια βολική και προβλέψιμη αντίπαλος;
Η ψηφοφορία θα δώσει το αριθμητικό αποτέλεσμα. Το πολιτικό αποτέλεσμα, όμως, έχει ήδη αρχίσει να διαμορφώνεται. Αν η κυβέρνηση αποφασίζει όχι μόνο ποιοι θα διοικήσουν, αλλά και ποιοι αντίπαλοί της είναι «αποδεκτοί» για να εκπροσωπούν την αντιπολίτευση στο Προεδρείο, τότε η συναίνεση παύει να είναι θεσμική αρετή και γίνεται πιστοποιητικό πολιτικών φρονημάτων.

