
Η αποστολή δύο φρεγατών και τεσσάρων μαχητικών αεροσκαφών στην Κύπρο παρουσιάστηκε περίπου ως πράξη «εθνικής ευθύνης», με το γνωστό επικοινωνιακό ντύσιμο περί αποφασιστικότητας, αποτροπής και γεωπολιτικής σοβαρότητας. Μόνο που πίσω από τις διαρροές, τους υπαινιγμούς και τη σκηνοθετημένη αυστηρότητα, λείπει το βασικό: μια καθαρή και θεσμικά σοβαρή εξήγηση.
Διότι όταν η ίδια η κυπριακή ηγεσία δηλώνει ότι δεν υπάρχει εικόνα γενικευμένου κινδύνου για το νησί, τότε το ερώτημα γίνεται αμείλικτο: ποιος παράγει το κλίμα ανησυχίας και γιατί; Και μήπως τελικά η κυβέρνηση δεν επενδύει στην ασφάλεια της χώρας, αλλά στην πολιτική αξιοποίηση του φόβου;
Το επικίνδυνο μπέρδεμα με τις “εγγυήσεις”
Η κυβέρνηση άφησε να διακινηθεί η εικόνα ότι η Ελλάδα δρα περίπου ως εγγυήτρια δύναμη της ασφάλειας της Κύπρου, λες και αυτό είναι μια απλή, ουδέτερη, τεχνική αναφορά. Δεν είναι. Είναι μια βαριά πολιτική και ιστορική έννοια, φορτισμένη όσο λίγες.
Όταν τέτοιοι όροι πετιούνται στον δημόσιο λόγο χωρίς ακρίβεια και χωρίς μέτρο, δεν ενισχύουν το κύρος της χώρας. Αντιθέτως, θολώνουν το μήνυμα, εκθέτουν την Αθήνα και ανοίγουν χώρο για επικίνδυνες παρερμηνείες. Στα εθνικά θέματα δεν επιτρέπεται επικοινωνιακή προχειρότητα.
Η Λευκωσία λέει “ψυχραιμία”, η Αθήνα πουλά “συναγερμό”
Την ώρα που στην Ελλάδα καλλιεργείται κλίμα υπερέντασης, η Λευκωσία εμφανίζεται πολύ πιο συγκρατημένη. Ο Νίκος Χριστοδουλίδης δηλώνει ότι η Κύπρος δεν βρίσκεται σε κατάσταση πανικού και ότι η εικόνα στο νησί δεν δικαιολογεί δραματοποιήσεις.
Άρα ποιος ανεβάζει τους τόνους; Και γιατί η Αθήνα δείχνει μεγαλύτερη αγωνία από εκείνον που υποτίθεται ότι προστατεύει; Εδώ αρχίζει να φαίνεται η ουσία: δεν έχουμε απλώς μια στρατιωτική κίνηση στήριξης, αλλά μια συνειδητή πολιτική κατασκευή εντυπώσεων για εσωτερική χρήση.
Εξωτερική πολιτική ή πρόβα εκλογικής διαφυγής;
Αν η κρίση στη Μέση Ανατολή παραταθεί και η οικονομική πίεση στην κοινωνία ενταθεί, η κυβέρνηση θα χρειαστεί ένα νέο πεδίο μετατόπισης της δημόσιας συζήτησης. Και τι πιο βολικό από μια σκηνοθετημένη ατμόσφαιρα «εθνικής απειλής», που θολώνει την ακρίβεια, την κόπωση, τη φθορά και την κοινωνική δυσαρέσκεια;
Η αποστολή στρατιωτικών μέσων μπορεί να έχει πρακτική ή συμβολική αξία. Όμως όταν συνοδεύεται από υπερβολή, ασάφεια και προπαγανδιστικό θόρυβο, παύει να είναι μόνο κίνηση αποτροπής. Γίνεται εργαλείο πολιτικής διαχείρισης. Και τότε το πρόβλημα δεν είναι επιχειρησιακό. Είναι δημοκρατικό.
Η χώρα δεν χρειάζεται άλλη μία κυβέρνηση που μετατρέπει τα εθνικά ζητήματα σε σκηνικό εσωτερικής κατανάλωσης. Χρειάζεται καθαρή στρατηγική, θεσμική σοβαρότητα και αλήθεια. Γιατί όταν η εξουσία επενδύει στον φόβο για να κρύψει τη φθορά της, δεν θωρακίζει την πατρίδα — τη χρησιμοποιεί.

