Οι μαζικές πωλήσεις κρατικών τίτλων ανεβάζουν τις αποδόσεις σε επίπεδα δεκαετιών. Στο επίκεντρο η Γαλλία, με τις συνέπειες του ακριβότερου χρήματος να απλώνονται σε προϋπολογισμούς, επιχειρήσεις και νοικοκυριά.
Το ελληνικό δεκαετές ομόλογο έφτασε στο 4,5%, καθώς η διεθνής αγορά κρατικού χρέους βρέθηκε αντιμέτωπη με νέο κύμα ισχυρών πιέσεων την Πέμπτη 1 Οκτωβρίου. Από τις Ηνωμένες Πολιτείες μέχρι την Ιαπωνία, οι επενδυτές απαίτησαν υψηλότερες αποδόσεις για να χρηματοδοτήσουν κράτη που καλούνται να διαχειριστούν μεγάλα ελλείμματα, αυξημένες ανάγκες δανεισμού και επίμονο πληθωρισμό.
Η αναταραχή αγγίζει τον πυρήνα της οικονομίας. Όσο ακριβότερα αντλούνται νέα κεφάλαια, τόσο δυσκολότερη γίνεται η χρηματοδότηση δημόσιων δαπανών και επιχειρηματικών επενδύσεων. Παράλληλα, ενισχύεται η πίεση στις συνθήκες τραπεζικού δανεισμού.
Στις ΗΠΑ, η απόδοση του δεκαετούς τίτλου άγγιξε ενδοσυνεδριακά το 5,34%, στο υψηλότερο επίπεδο από το 2002. Ακολούθησε αποκλιμάκωση, με την απόδοση να υποχωρεί αργότερα περίπου στο 5,23%. Η διάκριση έχει σημασία: τα υψηλά της ημέρας αποτυπώνουν την ένταση των πιέσεων, αλλά δεν αποτελούν απαραίτητα τις τελικές τιμές της συνεδρίασης.
Η ευρωπαϊκή χώρα που συγκεντρώνει τις μεγαλύτερες ανησυχίες είναι η Γαλλία. Η απόδοση του δεκαετούς ομολόγου της έφτασε στο 4,96%, πλησιάζοντας το όριο του 5%, ενώ η διαφορά έναντι του αντίστοιχου γερμανικού τίτλου άγγιξε τις 133 μονάδες βάσης. Πρόκειται για επίπεδα που παραπέμπουν στην περίοδο της κρίσης χρέους της Ευρωζώνης.
Η πίεση αποτυπώνεται και στο αυξημένο κόστος ασφάλισης του γαλλικού χρέους έναντι αθέτησης πληρωμών. Οι αγορές ζητούν μεγαλύτερη ανταμοιβή για τον κίνδυνο που αναλαμβάνουν, την ώρα που η γαλλική κυβέρνηση επιχειρεί να περιορίσει το έλλειμμα χωρίς να ανακόψει την οικονομική δραστηριότητα.
Ο προϋπολογισμός για το 2027 προβλέπει μείωση του ελλείμματος στο 5% του ΑΕΠ, από 5,4% το 2026. Ωστόσο, το δημόσιο χρέος αναμένεται να αυξηθεί στο 121,7% του ΑΕΠ, ενώ ο σχεδιαζόμενος όγκος έκδοσης ομολόγων φτάνει τα 340 δισ. ευρώ. Η ανάγκη άντλησης τόσο μεγάλων ποσών καθιστά ακόμη πιο κρίσιμη κάθε μεταβολή στο κόστος χρηματοδότησης.
Οι πιέσεις διαχέονται σε ολόκληρη την Ευρώπη. Το ιταλικό δεκαετές άγγιξε το 4,7%, το ισπανικό το 4,2% και το πορτογαλικό το 4,08%. Ακόμη και η Γερμανία, που αποτελεί το βασικό σημείο αναφοράς για την αγορά της Ευρωζώνης, είδε την απόδοση του δεκαετούς της στο 3,62%.
Στη Βρετανία, η απόδοση του δεκαετούς κινήθηκε στο 5,45%, ενώ εκείνη του τριακονταετούς ξεπέρασε το 6%. Στην Ιαπωνία, το δεκαετές έφτασε στο 3,12%, υπογραμμίζοντας ότι η αναταραχή έχει παγκόσμια χαρακτηριστικά.
Πίσω από τις κινήσεις αυτές βρίσκεται ένας συνδυασμός ενεργειακών ανατιμήσεων, πληθωριστικών πιέσεων και αυξημένων απαιτήσεων για κεφάλαια. Οι μεγάλες επενδύσεις στην τεχνητή νοημοσύνη και στα κέντρα δεδομένων ενισχύουν τις προσδοκίες ανάπτυξης, αλλά και τον ανταγωνισμό για χρηματοδότηση. Έτσι, οι επενδυτές επανεξετάζουν πόσο υψηλά μπορούν να παραμείνουν τα επιτόκια και για πόσο χρόνο.
Για την Ελλάδα, η άνοδος του δεκαετούς στο 4,5% αποτελεί προειδοποίηση για τους όρους των μελλοντικών εκδόσεων και αναχρηματοδοτήσεων. Δεν σημαίνει ότι ολόκληρο το υφιστάμενο δημόσιο χρέος επιβαρύνεται αυτομάτως με αυτό το επιτόκιο. Ούτε μεταφράζεται μηχανικά σε αντίστοιχη αύξηση κάθε δόσης στεγαστικού δανείου, καθώς η επίδραση εξαρτάται από τους συμβατικούς όρους και το είδος του επιτοκίου.
Εφόσον, όμως, οι υψηλές αποδόσεις διατηρηθούν, η πίεση μπορεί να περάσει σταδιακά στην πραγματική οικονομία: ακριβότερα νέα δάνεια, δυσκολότερη χρηματοδότηση επενδύσεων και μεγαλύτερες απαιτήσεις για την εξυπηρέτηση του χρέους.
Σύμφωνα με πληροφορίες της «Καθημερινής», οι εξελίξεις συζητήθηκαν στο γενικό συμβούλιο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Συστημικού Κινδύνου, με έμφαση στην ανάγκη στενής παρακολούθησης. Παράλληλα, η εκτίμηση της S&P που μεταφέρεται στο δημοσίευμα προειδοποιεί για παρατεταμένη περίοδο υψηλού κόστους δανεισμού και πρόσθετη πολιτική αβεβαιότητα το 2027.
Το κρίσιμο ζήτημα πλέον είναι η διάρκεια αυτής της πίεσης. Μια πρόσκαιρη αναταραχή μπορεί να απορροφηθεί. Η παραμονή του κόστους δανεισμού σε υψηλά επίπεδα, όμως, περιορίζει σταδιακά τις επιλογές των κυβερνήσεων και αυξάνει τον κίνδυνο ο λογαριασμός να μεταφερθεί στην ανάπτυξη, στις δημόσιες υπηρεσίες και στο διαθέσιμο εισόδημα.

