Πιθανές συνομιλίες το 2027 επαναφέρουν στο προσκήνιο τον Nord Stream — Η υπόσχεση φθηνής ενέργειας και ο φόβος μιας νέας εξάρτησης.
Το ενεργειακό κόστος μετατρέπεται ξανά σε πεδίο πολιτικής αντιπαράθεσης στη Γερμανία, με τη Μόσχα και την ηγεσία του ακροδεξιού AfD να φέρονται να προετοιμάζουν συνάντηση για την πιθανή επανέναρξη προμηθειών ρωσικού φυσικού αερίου. Η πρωτοβουλία αγγίζει ταυτόχρονα τη βιομηχανική ανταγωνιστικότητα, τον πόλεμο στην Ουκρανία και την ασφάλεια της Ευρώπης.
Σύμφωνα με το ρεπορτάζ του Reuters, που επικαλείται δύο πρόσωπα με γνώση των σχεδιασμών, εξετάζεται συνάντηση μέσα στο 2027, ενδεχομένως τον Μάρτιο. Στις συνομιλίες αναμένεται, εφόσον προχωρήσουν, να συμμετάσχουν ο Κίριλ Ντμίτριεφ, στενός συνεργάτης του Βλαντιμίρ Πούτιν και επικεφαλής του ρωσικού κρατικού επενδυτικού ταμείου, καθώς και οι συμπρόεδροι του AfD, Άλις Βάιντελ και Τίνο Χρουπάλα.
Πρόκειται για σχεδιαζόμενες επαφές, χωρίς ανακοινωμένη συμφωνία ή δεσμευτικό χρονοδιάγραμμα αποκατάστασης των ροών. Οι εκπρόσωποι των δύο πλευρών δεν σχολίασαν τις πληροφορίες.
Η συνάντηση, κατά τις ίδιες πληροφορίες, προϋποθέτει να έχει συμφωνηθεί πλαίσιο ειρήνης μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας. Ως πιθανές τοποθεσίες αναφέρονται το Ισραήλ, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και η Ινδία.
Το AfD επιχειρεί να συνδέσει την επαναπροσέγγιση με τη Ρωσία με την υπόσχεση χαμηλότερου ενεργειακού κόστους. Η Βάιντελ υποστηρίζει ότι η πρόσβαση σε φθηνή ρωσική ενέργεια υπήρξε βασικός παράγοντας της γερμανικής βιομηχανικής επιτυχίας και ζητά αλλαγή πορείας απέναντι στις ρωσικές ενεργειακές προμήθειες.
Η πολιτική στόχευση είναι σαφής: το κόμμα θέλει να εμφανιστεί ως δύναμη που μπορεί να ανοίξει διαύλους και να δώσει απαντήσεις στην οικονομική πίεση. Ωστόσο, η υπόσχεση φθηνότερης ενέργειας δεν αποτελεί από μόνη της εγγύηση για το τελικό κόστος ή την αξιοπιστία μιας μελλοντικής συμφωνίας.
Το AfD δεν κυβερνά και δεν μπορεί να δεσμεύσει τη Γερμανία. Μια συνάντηση με Ρώσους αξιωματούχους θα είχε πρωτίστως πολιτικό και συμβολικό βάρος. Η μετατροπή της σε πραγματική ενεργειακή συνεργασία θα απαιτούσε αποφάσεις που υπερβαίνουν τις δυνατότητες ενός κόμματος της αντιπολίτευσης.
Στο επίκεντρο των σχεδιασμών βρίσκεται και η πιθανότητα επαναλειτουργίας των αγωγών Nord Stream, τμήματα των οποίων υπέστησαν σοβαρές ζημιές από τις εκρήξεις του Σεπτεμβρίου 2022. Η συζήτηση για επιστροφή των προμηθειών δεν λύνει αυτομάτως τα ζητήματα υποδομών, ασφάλειας και πολιτικής αποδοχής.
Οι διοργανωτές φέρονται επίσης να επιθυμούν συμμετοχή των Στιβ Γουίτκοφ και Τζάρεντ Κούσνερ. Ωστόσο, ανώτερος Αμερικανός αξιωματούχος δήλωσε στο Reuters ότι οι δύο δεν είχαν ενημερωθεί ούτε προσκληθεί. Συνεπώς, η επιθυμία για αμερικανική παρουσία δεν συνιστά επιβεβαιωμένη εμπλοκή της Ουάσιγκτον.
Οι αντιδράσεις στη Γερμανία είναι έντονες. Ο Μίκαελ Κέλνερ των Πρασίνων προειδοποιεί για επανάληψη της ενεργειακής εξάρτησης από τη Ρωσία, ενώ ο χριστιανοδημοκράτης Ρόντεριχ Κιζεβέτερ συνδέει τον Nord Stream με κινδύνους για την ευρωπαϊκή ασφάλεια και τη συνοχή των συμμάχων.
Απέναντι στο οικονομικό επιχείρημα του AfD βρίσκεται, επομένως, ένα κρίσιμο ερώτημα: πόσο ασφαλής μπορεί να θεωρηθεί μια προμήθεια όταν η διατήρησή της εξαρτάται από βαθιά συγκρουόμενες γεωπολιτικές επιλογές;
Στη συζήτηση για τους δεσμούς της ευρωπαϊκής ακροδεξιάς με τη Μόσχα εντάσσεται και η υπόθεση του κόμματος της Μαρίν Λεπέν. Το 2014 είχε λάβει δάνειο περίπου 9,4 εκατ. ευρώ από τη First Czech Russian Bank, με έδρα τη Μόσχα. Το 2023 ανακοίνωσε την πλήρη πρόωρη αποπληρωμή του.
Η υπόθεση αυτή έχει τροφοδοτήσει επί χρόνια την πολιτική αντιπαράθεση στη Γαλλία. Ωστόσο, το τραπεζικό δάνειο δεν τεκμηριώνει από μόνο του προσωπική χρηματοδότηση από τον Πούτιν, ενώ από τις πληροφορίες για τη σχεδιαζόμενη συνάντηση δεν προκύπτει συμμετοχή της Λεπέν. Οι δύο υποθέσεις συνδέονται στο επίπεδο του πολιτικού προβληματισμού, χωρίς να αποτελούν αποδεδειγμένα ενιαίο σχέδιο.
Η ενέργεια προσφέρει στη Μόσχα δυνατότητα πολιτικής επαναπροσέγγισης και στο AfD ένα ισχυρό εκλογικό επιχείρημα. Για τη Γερμανία, όμως, το ζητούμενο παραμένει πιο απαιτητικό: προσιτή ενέργεια, αξιόπιστος εφοδιασμός και ασφάλεια, με συγκεκριμένους όρους και εγγυήσεις. Αυτά θα κρίνουν οποιαδήποτε μελλοντική πρόταση, πέρα από τις συναντήσεις και τις πολιτικές εξαγγελίες.
